-Θα πάω για ποτό μετά, θα έρθεις; -Εμ...ναι; 01:00 Και γνωριστήκαμε, και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια, και κατεβάσαμε και 2 σφηνάκια, και σταμάτησα να νιώθω άσχημα που δεν είμαι κατάλληλα ντυμένη, και άρχισα λίγο να κουνιέμαι με τη μουσική... 03:00 Και τελειώσαμε το τρίτο ποτό, και κατεβάσαμε τα 30 σφηνάκια, και σαν ξέκολλα κουνηθήκαμε, και οι πουτάνες μας χαιρετούσαν από το δρόμο και εμείς κάναμε χαβαλέ. 05:00 Πας σε άλλο μαγαζί, η παρέα γουστάρει μπουκάλι, θα πεις εσύ όχι; Ουίσκι; Ουίσκι! Και αμόλυβδη κατεβάζω έτσι όπως είμαι! Βάζε - βάζε του λέω και γελάω! Και να χορεύεις μαζί του, και για λίγα λεπτά να φαντάζεσαι ότι είσαι με τον άλλον. Και να χαμογελάς τόσο γαλήνια που σε έχει αγκαλιά ξανά.. και ξαφνικά, νιώθεις μια παλάμη με δύναμη στο αριστερό σου οπίσθιο, ώπα λες! Κάτι δεν πάει καλά, άγαρμος δεν ήτανε ποτέ! Γυρίζεις, τον κοιτάς, ζαλίζεσαι, κοιτάς πιο προσεχτικά, κόβεται η ανάσα σου..ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΑΥΤΌΣ!
-Έχεις σχέση; -Όχι, αλλά πάνε πιο πίσω.. -Δε θα κάνω τίποτα, αλήθεια -Πιάνεις το κώλο μου όμως, σου λέω πάνε λίγο πιο πίσω..! -Δεν θα κάνω τίποτα βρε.. -ΝΑΙ ΑΛΛΆ ΑΥΤΌ ΠΟΥ ΠΙΆΝΕΙΣ ΕΊΝΑΙ Ο ΚΏΛΟΣ ΜΟΥ!
Κάθεσαι στο τραπέζι και η φίλη σε ρωτάει αν είσαι καλά, γιατί κλαις τώρα; Τίποτα, από την ένταση της στιγμής περνάω τόσο καλά και ξέσπασα έτσι.. σκέφτεσαι ότι έχεις γίνει πολύ καλή στα ψέμματα, κατεβάζεις το κεφάλι, γεμίζεις το ποτήρι και γυρίζεις τη πλάτη σου στο τζάμι, χαζεύεις τη πλατεία, ίσως περάσει και τον δεις.. Μετά από τόσο καίρο άλλα χέρια σε άγγιξαν σε σημεία προσβάσιμα μόνο σε εκείνον, έχεις μια αναγούλα, νιώθεις μια βρομιά πάνω σου, μια μουτζούρα, κάπως να σφίχτηκε η ψυχη σου .. Σε τραβάει από το χέρι, το ποτό σου ξυπνάει τον εγωισμό, αφού δεν περνάς μόνο να σε δω, θα χορέψω με τον κωλοπιάστη-και ότι πιάσει! Ξανά πλησιάζει, ξανά προσπαθείς να πας μακριά, νιώθεις ότι κάτι ξεφεύγει, κάνεις νόημα στη φίλη, φίλη κωλοχτυπιέται με μια άλλη κοπελιά στην άλλη γωνία..σφίγγεις δόντια, που θα πάει θα τελειώσει το τραγούδι. 13:00 Το κεφάλι μου γυρίζει, το στομάχι μου αναποδογυρίζει..μάτια καίνε, φωνή δεν βγαίνει, η ανάσα και αγελάδα ταβλιάζει. Θυμάσαι σιγά - σιγά τι έγινε εχθές, απορείς πόσο χαμηλά έπεσες.. δε βαριέσαι που θα τον ξανάδω.. 01:00 Επόμενη νύχτα ξανά έξω για ποτό.
Και σε βρίσκει στο φεισμπουκ ο χθεσινός και σου μιλάει, και λες δε βαριέται ίσως βγει κάτι καλό..απαντάς, σου λέει πως χορεύεις τελεία και σε γουστάρει..του λες ότι εκτός από το χορό είσαι καλή και σε άλλα πράγματα, στο διάλογο ας πούμε, δεν είναι ανάγκη βρε αδερφέ να πάμε για ποτό, πάμε και για ένα καφέ να τα πούμε, και εκεί που περιμένεις απάντηση αντρίλα, σου έρχεται απάντηση αγαμίλα "Όχι για ποτό θα πάμε, δεν ολοκλήρωσα αυτό που άρχισα" "Με πρόσβαλεις" του λέω..καλά να πάθεις όμως σκέφτομαι και λέω στον εαυτό μου, εσύ εχθες δε χτυπιόσουνα σαν πόρνη του ελέους; αυτό του δήλωσες, αυτό ζητάει!
Άσε ρε μάγισσα, αφού δεν σου πάει τι το προσπαθείς, δε σου βγαίνει άστο για άλλες που το έχουν..
Θέλω απλά να σταματήσουν οι ψίθυροι, οι ερωτήσεις, τα βλέμματα λύπησης και δήθεν "κατανόησης".
Και στην τελική μόνη μου το τραβάω το κουπί, και κανένας δεν μπορεί πάρει το βάρος από πάνω μου για να ξεκουράσω τις πλάτες μου, και άσε που βάζω το χέρι μου στη φωτία πως σίγουρα από μέσα τους χαίρονται που δεν το έχουν αυτοί αλλά εγώ, που δεν βασανίζονται αυτοί, παρά μόνο εγώ..
Και έχει αρχίζει να με κουράζει όλο αυτό ενώ είμαι ακόμη στην αρχή, και αυτός ο φόβος πια αρχίζει σιγά-σιγά να γίνεται μόνιμη συνήθεια σαν αυτή του πρωινού καφέ, με φόβο κλείνω τα μάτια το χάραμα, με φόβο τα ανοίγω..
Κουράζομαι,πονάω και σωματικά, και ώρες - ώρες θέλω απλά να τα παρατήσω, σπάσε όλα τα κόκκαλα του κορμιού μου, λιγότερο πόνο θα νιώσω...και είναι όλα ακόμη στην αρχή...
Και έχουν και αυτό το κακό χούι οι ανθρώποι, μαζί με όλα αυτά να σου ξίνουν και άλλες πληγές, αυτές της καρδιάς ντε, ρωτάνε, συζητάνε, προσπαθούν με το ζόρι να σε δουν στα πατώματα, και πόσο ξυνίζουν τα μούτρα τους όταν τους εξηγείς ότι είσαι καλά και το εννοείς, ότι πλέον έχεις κλείσει τις εγκρεμότητες και κοιτάς τον εαυτό σου, σαν να περιμένουν στη γωνία για να δουν όλα τα καρφιά να σε τρυπάνε για να νιώσουν αυτοί καλύτερα..
~_~
Το ζωηρό αγόρι θέλει να μάθει γιατί είμαι έτσι.
Το σκέφτηκα, το ξανά-σκέφτηκα, δεν ήξερα τι να απαντήσω ούτε εγώ η ίδια, δεν είναι μόνο η σφαλιάρα που έφαγα, δεν είναι μόνο ο φόβος είναι πολλά και άντε να τα εξηγήσεις..
είπα λοιπόν, να μην γίνω κλαψομούνα στο ζωηρό αγόρι, άλλωστε πλέον δεν έχω την ανάγκη να με νιώσει κάποιος για να με στηρίξει και γενικότερα δεν έχω την ανάγκη να τα εκφράσω όπως κάποτε,
αποφάσισα λοιπόν να του κάνω μια πολύ αστεία περιγραφή του τι έπαθα πριν λίγο καιρό, μιας και πλέον έτσι κι αλλιώς όλα τα αντιμετωπίζω σαν αστεία..
Το ζωηρό αγόρι δεν γέλασε όμως, έσκυψε και το κεφάλι και άρχισε να στρίβει τσιγάρο,
"καλά μην στεναχωριέσαι τόσο, εγώ το θυμάμαι και γελάω" του είπα, με καρφώνει στα μάτια "το πέρασα και εγώ ξέρεις αυτό, και δεν θυμάμαι ποτέ να γέλασα εξ'αιτίας του, πάντα θυμό και απογοήτευση μου θυμίζει"
-Και αν το ξανάπάθεις; Πάντως εγώ δε ξέρω αν θα το αντέξω ή αν θα φερθώ πολιτισμένα ξανά...
-Ζωηρό αγόρι, την επόμενη φορά, αν και όταν το πάθω, δεν θα γίνω κατίνα, ΕΜΠΡΙΣΤΉΣ θα γίνω.
Ίσως έβαλε το χεράκι του και αυτό, ίσως και το κέρατο κάπου να με έσμπρωξε στην απότομη στροφή..
Η αλήθεια είναι ότι ακόμη προσπαθώ και εγώ η ίδια να ανακαλύψω τι ήταν αυτό που με ώθησε στο να σκεφτώ και λίγο τον εαυτό μου, το σώμα μου και τη ψυχική μου υγεία.
Μπορεί το ότι πληγώθηκα όσο ποτέ άλλωτε να με άλλαξε, μπορεί το ότι αυτή τη φορά δεν ήθελα να το δείξω σε κανέναν να με άλλαξε και στην πραγματικότητα, γιατί αλήθεια δεν ήθελα αυτή τη φορά να με δει κανένας να κλαίω, να χτυπιέμαι, να πονάω, να με βρίζω, να φτάνω στα άκρα, να πληγώνω εγώ η ίδια τον εαυτό μου.
Όχι, αυτή τη φορά δεν άξιζε να αφήσω κάποιον να με δει, αυτή τη φορά δεν άξιζε να δείξω το πόνο μου και την απογοήτευση μου, έπρεπε απλά να κλείσω τα μάτια και να πείσω στον εαυτό μου πως όπως δεν αξίζει να σε δει κανένας έτσι, δεν αξίζει και εγώ η ίδια να στεναχωρώ τόσο πολύ τη καρδούλα μου.
Και το κατάφερα, και το ξεπέρασα και όσο παιρνάει ο καιρός και το μυαλό μου γυρίζει φευγαλέα πίσω δεν βλέπω πλέον μαύρο, βλέπω λευκό.
Χαμογελάω σε ότι πέρασα γιατί μπορεί η κατάληξη να ήταν κάτι που δεν το περίμενα ούτε στο χειρότερο μου εφιάλτη όμως πέρασα και καλές στιγμές, μαγικές στιγμές και δεν με ενδιαφέρει πλέον αν ήταν ψεύτικες από την απέναντι πλευρά, για εμένα αφού ένιωσα 5-10-100 πράγματα ήταν κάτι περισσότερο από αληθινές, και κρατάω αυτές τις όμορφες αναμνήσεις ελπίζοντας να καταφέρω να ζήσω εξίσου όμορφες και γιατί όχι και καλύτερες και εύχομαι ο άνθρωπος που ήταν ο ήλιος μου να είναι καλά και να μη κρατάει και αυτός πίκρες από μένα παρά μόνο χαρές,ότι έγινε-έγινε και πίσω δεν ξαναγυρνάει!
Και δεν θα αρνηθώ ούτε στιγμή πως θα ήθελα ένα χέρι να σφίξει το δικό μου και να μου ψιθυρίσει πως όλα θα πάνε καλά,ούτε πως κουράστηκα όλους τους εγωιστές που "βαρέθηκαν" να λένε πως όλα θα πάνε καλά, θέλω ένα χέρι που θα με σφίξει και αυτό που θα πει θα το εννοεί, και να ξέρω πως το βράδυ θα προσευχηθεί για εμένα, θα κάνει μια μικρή ευχούλα μέσα από τη καρδιά του, ΓΙΑ ΕΜΈΝΑ, και αν οι ευχές του δεν πιάσουν να μου πει πως και έτσι εξακολουθώ να είμαι ίδια στα μάτια του, πως για αυτόν δεν υπάρχει τίποτα το διαφορετικό, τίποτα που να αλλάξει αυτό που νιώθει ή αυτό που βλέπει σε εμένα.
Και αφού μαζέψαμε τα σταφύλια, κάποια στιγμή έπρεπε να τα κάνουμε ΤΣΊΠΟΥΡΟ! Μαζευτήκαμε όλοι μαζί λοιπόν και φύγαμε για ένα όμορφο και ξεκούραστο τριήμερο στο χωριό. Πόνεσε η ψυχή μου την ώρα που μαζεύαμε τα πράγματα να φύγουμε, αγαπάω τόσο πολύ αυτό το μέρος, νιώθω ότι έχω γεννηθεί για να κατοικώ εκεί πέρα, ο αέρας, οι μυρωδιές, ο κόσμος, τα τοπία και τα αξιοθέατα..δε ξέρεις για τι να πρωτοστεναχωρεθείς! Αδέρφια, ξαδέρφια, θείοι και θείες, γονείς και παπούδες όλοι γύρω από ένα τραπέζι, φάγαμε, ήπιαμε, χορέψαμε, αφηγηθήκαμε, γελάσαμε, κλάψαμε, παρεξηγηθήκαμε, μαλώσαμε! Και το ευχαριστηθήκαμε όσο τίποτα άλλο, ιδιαίτερα τα μωρά μας που έμαθαν τι είναι τα καζάνια, έκαναν βόλτες με το τρακτέρ του παππού, μάζεψαν στο χωράφι, έπαιξαν μέχρι εξάντλησης και αυτή τη φορά με την ελευθερίας τους.
Και αυτός ο μπαμπάς μου, αχ αυτός ο μπαμπάς.. Όλα τα βράδια παρέα, στην αυλή στην ησυχία, να μιλάμε, να γελάμε, να δακρύζουμε, να νυστάζουμε αλλά να μη μπορούμε να σταματήσουμε τα λόγια, και πόσο τον χάρηκα τόσο ευτυχισμένο που τον είδα, και πόσο με έχει σκλαβώσει με την στήριξη του το τελευταίο καιρό.
Και τώρα που κάθε μίσος έχει φύγει από μέσα μου, και τώρα που προσπαθώ να κάνω πράγματα για εμένα, και τώρα που δεν ενδιαφέρομαι αν ζει ή αν πέθανε, είμαι σε θέση να κάνω τις ερώτησεις μου με καθαρό μυαλό και λογική. Τώρα θα μου πεις, τι να ρωτήσεις και τι να πεις, αλλά κάπου - κάπου βασανίζεσαι και ψάχνεις απαντήσεις. Αυτό που με πονάει πιο πολύ, και μόνο στη σκέψη με κάνει να δακρύζω, είναι το γιατί.. γιατί να το κάνεις αυτό σε έναν άνθρωπο; γιατί να τον πονέσεις τόσο χωρίς λόγο; γιατί να περιμένεις να περάσει τόσος καιρός για να κάνεις κάτι τέτοιο; γιατί να γυρνάς πίσω και τελικά να φεύγεις σε ξένα χωράφια; γιατί μου το έκανε αυτό; Στη τελική, γιατί να το αξίζω αυτό; Τι στο διάολο μπορεί να έκανα που να αξίζω κάτι τέτοιο; Είμαι τόσο κακός άνθρωπος; Σε πόνεσα και με εκδικήθηκες; Σε πρόδωσα; Τι σου έκανα; ΤΙ;
Και μετά νιώθεις ευθύνες, ότι εσύ φταις για το τέρας που είναι τώρα, ότι εσύ ευθύνεσαι για τη κατάντια του, εσύ ευθύνεσαι που πάγωσε η καρδιά του, εσύ ευθύνεσαι που έγινε τόσο μεγάλος καριόλης, εσύ ευθύνεσαι που σταμάτησε να νιώθει. Και πως το κάνεις αυτό το πράγμα στη τελική; Με τη μούτρα, θράσσος και τσίπα; Και πήρα την εκδίκηση μου, και γαλήνεψε η ψυχή μου, σε έκανα ρεζίλι μαζί και τον εαυτό μου, αλλά μα τους θεούς το ευχαριστήθηκα, γιατί ξέρω πως τώρα έχεις υπαρκτό λόγο να με μισείς, να θέλεις να μου κάνεις κακό, να θες να με πληγώσεις. Ήσουν ένα τέρας, και παραλίγο να κάνεις και εμένα, και κάθε πρωί ευχαριστώ το θέο που ήμουν τέρας μόνο εκείνη τη μισή ώρα, εκείνη τη γαμημένη ώρα που σε ξεφτύλιζα, που δεν μου έμεινε κουσούρι. Αλλά ρε πούστη μου...γιατί;
Πάνε 4 μήνες τώρα που όλα τα αρνητικά συναισθήματα και τους φόβους τα είχα αποβάλει από πάνω μου, φτάνουν όμως 4 λεπτά για να νιώσεις τον ίδιο τρόμο, την ίδια απόρριψη, αυτό το γαμημένο σφίξιμο στο στομάχι. Κάθεσαι ακίνητος, προσπαθώντας να αντιμετωπίσεις αυτό που έγινε. Φυσάς-ξεφυσάς. Παίρνεις φωτιά, μιλάς ασταμάτητα, ξεσπάς, κλαις. Ηρεμείς, ανάβεις ένα τσιγάρο και σκέφτεσαι ότι όλα αυτά είναι ένα κακό όνειρο, και αν όχι τότε σίγουρα σε λίγο θα χτυπήσει το τηλέφωνο, θα ακούσεις ένα "συγνώμη, έρχομαι να σε βρω". 2 ώρες μετά - τίποτα δεν ήταν κακό όνειρο και κανένα τηλέφωνο δεν χτύπησε. Νιώθεις προδομένος, ότι δεν σε εκτίμησαν, φωνάζεις, χάνεσαι σε μια γνωστή αγκαλιά, ακούς "μη στεναχωριέσαι πουλάκι μου, θα...", και τότε πάλι ξεσπάς, γιατί πάντα η ζωή σου, οι σχέσεις σου, οι απαιτήσεις σου, τα θέλω σου, οι ανάγκες σου κρέμονται από ένα "θα", και έχει αρχίσει να σε πονάει περισσότερο από παλιά αυτό το "θα" γιατί δε μεγαλώνουν μόνο τα θέλω σου, οι προσδοκίες σου, οι απαιτήσεις σου, αντίστοιχα μεγαλώνουν τα αισθήματα σου, ωριμάζουν και ριζώνουν περισσότερο από παλιότερα, μεγαλώνουν οι φοβίες σου, οι ανασφάλειες σου και οι ανάγκες σου. ΘΑ γυρίσει, και αν όχι ΘΑ το ξεπεράσω ξανά. Αλλά για να το ξεπεράσω, θα πρέπει πάλι να τα βρω με τον εαυτό μου, θα πρέπει πάλι κάθε πρωί να με κοιτάω στο καθρέφτη και να ψιθυρίζω δειλά-δειλά "αξίζεις" μπας και αρχίσω να το πιστεύω, θα πρέπει πάλι να κάνω απολογισμό των λάθεων αλλά και των προσπαθειών μου, θα πρέπει να τα ζυγίσω όλα μαζί, θα πρέπει να λυγίσω, θα πρέπει να κρατιέμαι με νύχια και με δόντια να μη πάρω τηλέφωνο, να ακούσω ένα καληνύχτα, θα πρέπει να κρατιέμαι με νύχια και με δόντια να μη σε ενοχλήσω, να μη σε αναστατώσω. Θα.
Και είναι και αυτό που έπαθες και δεν έμαθες, γιατί κάθε φορά εμπιστεύεσαι ακόμη πιο πολύ, και πέφτεις αχόρταγα με τα μούτρα, γιατί νομίζεις αυτός ο άνθρωπος άλλαξε, ένιωσε, ωρίμασε.
Και μαζί με εσένα, προδίδεται και η διαίσθηση σου, η νοημοσύνη σου, η εμπιστοσύνη σου, και απορείς μέχρι πότε θα τον αντέχεις αυτό το πόνο.
Μαθημένο το βουνό στα χιόνια, κάθε φορά θα πονάει και πιο πολύ, πιο βαθιά, μέχρι να γυρίσει και να νιώσεις ξανά πως ζεις, και μετά μέχρι να φύγει πάλι..
Θέλω επιτέλους ησυχία, να μην ακούγεται φωνή, μόνο ανάσα.
Με λόγια με χόρτασαν τώρα θέλω πράξεις, μπορείς;
Γιατί το χέρι μου πλέον, ζητάει ένα χέρι να κρατήσει, να νιώσει ζεστασιά και ασφάλεια.
Γιατί κάποια βράδια που ξαπλώνω, φαντάζομαι πως αν κάποιος με κρατούσε αγκαλιά και ακουμπούσε ένα φιλί στον ώμο μου, θα απαλλασσόμουν από τις αϋπνίες που με βασανίζουν.
Γιατί έρχεται κάποια στιγμή που συνειδητοποιείς πως αξίζεις επιτέλους κάτι καλό, κάτι δυνατό, κάτι μοναδικό.
Έχεις κουραστεί τη μοναξιά και την αναμονή, έχεις κουραστεί να ελπίζεις και να προσπαθείς, θέλεις μόνο να βρεις κάπου να στηριχτείς, κάπου να κρυφτείς και να ξαποστάσεις.
Γιατί βλέπεις πως όλοι πάνε μπροστά και εσύ μένεις εκεί στάσιμος και μόνος να αναθεωρείς και να απελπίζεσαι, να χάνεις την μαγεία, να χάνεις την ελπίδα, να χάνεις αυτό που λαχταράς πιο πολύ...την επαφή, εκείνη τη γαμημένη επαφή των δαχτύλων που είναι ικανή να μουδιάσει όλο σου το σώμα.
Γιατί θέλεις πάλι στιγμές στο κρεβάτι με μια ταινία να παίζει και εσύ να σκαλώνεις στα μάτια του, ζεστές καλοκαιρινές διακοπές και ύπνο μέχρι το μεσημέρι με αγκαλιές και φιλιά,βόλτες και περίπατοι με γκρίνια για την κούραση και παιχνίδια ερωτικά, κοπάνα από τη δουλειά ή τη σχολή για να πιεις μαζί του ένα πρωινό καφέ, ένα γλυκό φιλί κατά την αντάμωση και ένα δυνατό φιλί στον αποχωρισμό, μικροί και μεγάλοι τσακωμοί που για ένα περίεργο λόγο πάντα έχουν ένα μοναδικό και συναρπαστικό τέλος.
Τα θέλω και τα θέλω τώρα...
γιατί τα λόγια δεν άλλαξαν ποτέ κανέναν και τίποτα,
αντίθετα οι πράξεις,κάπου διάβασα πως έχουν γυρίσει και έναν κόσμο ανάποδα...
-Γιατί; -Για έναν έρωτα. Για έναν έρωτα. Για έναν μοναδικό και ανεπανάληπτο έρωτα. Για έναν έρωτα, που όταν πλέον θα ξεπεράσεις το στάδιο "ερωτεύομαι" και θα βαδίζεις στο δρόμο του "αγαπώ" θα προσπαθήσεις να τον κρατήσεις, να τον κάνεις αθάνατο, παντοτινό. Για έναν έρωτα που θα σε κάνει να μη φοβάσαι το "για πάντα". Για έναν έρωτα που κάθε μέρα θα σου αποκαλύπτει μικρά και μεγάλα μυστικά για τον κόσμο, για τους πλανήτες, για εσένα...ακόμη και για το πως να ανοίξεις μια κονσέρβα tulip. Για έναν έρωτα που θα μοιάζει με πάρτυ, γιατί θα σου χαρίζει φώτα, και χρώματα, και μουσικές. Κι αν το όνειρο τελειώσει πριν προλάβεις να το ολοκληρώσεις, θα πας στην αφετηρία για να ξεκινήσεις πάλι από την αρχή, για έναν καινούργιο έρωτα, εξίσου ανεπανάληπτο και μοναδικό. Κι αν η συνταγή δε σου πετύχει ούτε τότε, θα προσπαθήσεις ξανά, κι αν καταλήξεις με ένα τσουβάλι έρωτες, δε θέλω να φοβηθείς, θέλω να συνεχίσεις.
-Γιατί; -Γιατί είναι ωραίο. Γιατί είναι ωραίο τα χέρια σου να αγγίζουν το πρόσωπο του. Γιατί είναι ωραίο οι παλμοί της καρδιάς σου να ξεπερνούν τους 60. Γιατί είναι ωραίο να κλαις από ευτυχία. Γιατί είναι ωραίο να μοιράζεσαι μαζί του ότι αγαπάς χωρίς να σε ενοχλεί. Γιατί είναι ωραίο να κάνεις ταξίδια μαζί του.
Γιατί είναι ωραίο να μοιράζεσαι τις σκέψεις σου.
Γιατί είναι ωραίο να έχεις συντροφιά τα κρύα βράδια.
Γιατί είναι ωραίο να ακούς μια σιγανή ανάσα δίπλα στο μαξιλάρι σου. Γιατί είναι ωραίο να νιώθεις δύο χέρια να τυλίγουν τη μέση σου. Γιατί είναι ωραίο να αντικρύζεις τα βουρκωμένα μάτια του καθώς σου λέει "σ'αγαπώ". Γιατί είναι ωραίο να νιώθεις τα χέρια σου να ιδρώνουν κάθε φορά που σου ψιθυρίζει. Γιατί είναι ωραίο να νιώθεις όλο σου το κορμί να τρέμει κάθε φορά που σε φιλάει στο λαιμό. Γιατί είναι ωραίο να ουρλιάζεις από ηδονή όταν το κορμί σου συναντάει το δικό του. Γιατί υπάρχει ένας πόνος όμορφος, αυτό που νιώθουμε στα χείλη μας, μετά από τα αμέτρητα φιλιά.
-Και μετά; -Θα νιώσεις κάτι απ΄το κενό σου να γεμίζει.
Και θέλω όλους σου τους έρωτες, να τους χαράξεις κάπου, στα μαγαζιά που συχνάζεις, στους δρόμους που βαδίζεις, στα παγκάκια που αράζεις. Γιατί ο έρωτας δεν είναι ντροπή, γιατί ο έρωτας δεν κάνει να κρυφτεί. Γιατί ο έρωτας, ακόμη και ο πιο μικρός από δαύτους τους μπασταρδεμένους διαόλους,έχει κάτι από εσένα..τον γέννησες. Και να μιλάς για αυτούς τους μπασταρδεμένους διαόλους, να μιλάς συχνά και να γελάς δυνατά, τόσο δυνατά που θα νιώθεις την αναπνοή σου να χάνεται, έτσι μόνο θα ελευθερώσεις τους λυγμούς σου, αυτούς που γεννήθηκαν από τις πληγές που σου άνοιξαν οι μπάσταρδεμένοι έρωτες, και έτσι μόνο η ψυχή σου θα βρει την ηρεμία και την αντοχή να συνεχίσει την αναζήτηση, για έναν καινούριο έρωτα, που δε θα φαντάζει μπάσταρδος, που θα είναι λιμάνι, που θα είναι ηρεμία μετά την καταιγίδα. Και κάπου στο τέλος, θα νιώσεις ευτυχής... γιατί τα χέρια σου θα κρατάνε ένα πρόσωπο, και η καρδιά σου θα ξεπερνάει τους 60 παλμούς, και θα κλαις από ευτυχία, και θα μοιράζεσαι πράγματα που αγαπάς χωρίς να σε πειράζει, και θα κάνεις ταξίδια, και θα μοιράζεσαι τις σκέψεις σου, και θα έχεις συντροφιά τα κρύα βράδια, και θα ακούς σιγανά μια ανάσα δίπλα στο μαξιλάρι σου, και θα νιώθεις δύο χέρια να τυλίγουν τη μέση σου, και θα αντικρύζεις βουρκωμένα μάτια καθώς σου λέει "σ'αγαπώ", και θα νιώθεις τα χέρια σου να ιδρώνουν κάθε φορά που σου ψιθυρίζει, και θα νιώθεις όλο σου το κορμί να τρέμει κάθε φορά που σε φιλάει στο λαιμό, και θα ουρλιάζεις από ηδονή κάθε φορά που το κορμί σου συναντάει το δικό του, και ένα πόνος όμορφος θα ακουμπήσει στα χείλη σου, αυτός μετά από τα αμέτρητα φιλιά. Θα νιώσεις ευτυχής, γιατί το όνειρο κάποια στιγμή, θα προλάβεις να το ολοκληρώσεις...
Και όσο περνάει ο καιρός, φουντώνω. Φουντώνω από τα νεύρα, από την οργή..από την απογοήτευση. Στεναχωριέμαι κάθε λεπτό που συνειδητοποιώ πως το μεγαλύτερο μου επιχείρημα, αυτό που νιώσαμε εμείς οι δύο, για να αποδείξω πως αληθινή και αγνή αγάπη υπάρχει,καταστρέφεται. Εκνευρίζομαι κάθε φορά που μπαίνω στο παιχνίδι της κολοκυθιάς ψάχνοντας να βρω αν άλλαξες, ή απλά ήσουν έτσι εξαρχής και εγώ τόσο τυφλή για να το δω. Με πονάει που ακούω και βλέπω τόσα πράγματα εις βάρος σου και δεν μπορώ να σε υπερασπιστώ όπως παλιά γιατί τελικά είναι αλήθεια, όπως επίσης νιώθω τόσο γελοία καθώς θυμάμαι όσες φορές σε υπερασπίστηκα και ήπια νερό στο όνομα σου. Με χαλάει που χαράμισα τόσες πολλές ευχές για εσένα, να είσαι καλά, να προσέχεις, να μη σταματήσεις να αγαπάς, να νοιάζεσαι και να νιώθεις. Να γνωρίσεις κάτι καλύτερο από εμένα, ίσως κάποια πιο έξυπνη, πιο όμορφη, λιγότερο γκρινιάρα και κομπλεξική γιατί υποτίθεται το αξίζεις. Να αγαπήσεις πάλι αληθινά και να χαρίσεις απλόχερα στιγμές, αναμνήσεις, όμορφες εικόνες, αγάπη και πάθος σε κάποια που να αξίζει, σε κάποια στα μέτρα σου. Και τώρα που έπιασες πάτο, τι γίνεται; Με στεναχωρεί να βλέπω κατάντια στο πρόσωπο σου, αυτό το πρόσωπο που λάτρεψα, μίσησα, ξανά λάτρεψα και αγάπησα τόσο πολύ. Που αγαπώ ακόμη, με μια ίσως πιο ουσιαστική έννοια, γιατί μπορεί η ερωτική έλξη να έχει φύγει, αλλά μετά από αυτό γεννήθηκε κάτι πιο δυνατό...μια απέραντη εκτίμηση και ένας τεράστιος σεβασμός αλλά και θαυμασμός. Και μου το καταστρέφεις αυτό, μου το τσαλακώνεις. Η πρώτη μου αληθινή αγάπη αποδεικνύεται ψέμα και με τρελαίνει αυτό, με εξοργίζει. Είχα το τέλειο ---> άρα υπάρχει---> έχασα το τέλειο----> θα βρω κάτι άλλο, εξίσου καλό. Και τώρα που αυτό γκρεμίστηκε, φοβάμαι. Φοβάμαι να ψάξω, φοβάμαι να αφήσω τον εαυτό μου. Φοβάμαι να μπω πάλι σε τέτοια δίχτυα, να θεοποιήσω μια μορφή, να μοιραστώ τη καρδιά μου, το μυαλό μου και το κρεβάτι μου, να δεθώ, να κάνω όνειρα και στο τέλος να μείνω πάλι πίσω να αναθεωρώ και να εκπλήσσομαι. Γιατί όταν η απογοήτευση παύει να είναι ιδέα, αλλά παίρνει σάρκα και οστά, τότε και ο νους παίζει περίεργα παιχνίδια, ξυπνάνε μέσα σου ένστικτα που τα είχες βάλει για ύπνο από καιρό. Γίνεσαι εκδικητικός, καχύποπτος, κλειστός, κακός...γίνεσαι όλα αυτά που ήθελες να αφήσεις πίσω σου και όλα αυτά που φοβάσαι...
Και κάπως έτσι τελικά όντως κάποια στιγμή, τα τραγούδια παύουν να μιλάνε για πρόσωπα.~
Οκ, κάποια στιγμή πρέπει να αποδεχτώ τα χάλια μου. Προσπαθώντας εχθές να γεμίσω τη μέρα μου ώστε να κρατήσω απασχολημένο το μυαλό μου, γύρισα το βράδυ σπίτι, μετά από μια μεγάλη και κουραστική βόλτα (αυτό δεν την κάνει βέβαια λιγότερο -αγαπημένη, πραγματικά ήταν μια πολύ όμορφη βόλτα) ελπίζοντας πως η εξάντληση θα με γονατίσει και θα ξεραθώ στον ύπνο μέχρι την άλλη μέρα το πρωί. Παρ' όλα αυτά, δεν κατάφερα αυτό που επιθυμούσα, ο ύπνος δεν έλεγε να με πάρει για κανένα λόγο, ένιωθα κάπως απογοητευμένη και κυρίως στεναχωρημένη. Απογοητευμένη γιατί κατάλαβα πως το να είμαι μόνη μου, δεν είναι κάτι που μου πηγαίνει, και στεναχωρημένη, γιατί ενώ σήμερα θα μπορούσα να χάνομαι σε μια αγκαλιά,επέλεξα να βάλω πρώτα τη λογική και όλα τα προβλήματα που υπάρχουν να μου πιπιλίσουν το κεφάλι. Η ώρα τρεις, περασμένες το βράδυ, και εγώ βρίσκομαι στο καναπέ, αγκαλιά με το τηλεκοντρόλ και τα κεκάκια σοκολάτας... η μιζέρια, της μιζέριας, Ω μιζέρια! Καθώς πατάω μανιωδώς τα κουμπιά, ελπίζοντας πως θα πετύχω κάτι της προκοπής, σκαλώνω σε μια teenager σειρά, που η ιστορία έχει ως εξής: Η Addie χωρισμένη ένα μήνα, αποκαλύπτει πως τελικά γουστάρει ένα άλλο αγόρι, χωρίς όμως να έχει το θάρρος να του το πει αφήνει το καιρό να περάσει, φτάνοντας στις καλοκαιρινές διακοπές, λίγες ώρες πριν τη λήξη του σχολείου. Για να μην τα πολυλογώ, επιλέγει να του γράψει την αγάπη της στο λεύκωμα του, με την ελπίδα πως αν κι αυτός αισθάνεται το ίδιο, θα τρέξει να την βρει..βέβαια την ώρα που έπρεπε να του γράψει κάτι τέτοιο, αυτή από το φόβο της επέλεξε να γράψει ένα "Your are cool, Jake! Kiss-kis Addie", χάνοντας έτσι και την τελευταία της ευκαιρία για έναν μεγάλο έρωτα. Οι ώρες περνάνε, δίχως να σκεφτεί να κοιτάξει το δικό της λεύκωμα, δίχως να κοιτάξει τι της έχει γράψει ο Jake. Μετά από αρκετή ώρα, την παρακινούν οι φίλοι της να κοιτάξει, και με μεγάλη της έκπληξή αποκαλύπτει πως ο Jake, όχι μόνο νιώθω τα ίδια αισθήματα για αυτήν αλλά είναι κυριολεκτικά τρελαμένος για πάρτη της, μάλιστα της αποκαλύπτει πως σε ένα πάρτυ μασκέ, που φιλήθηκε με έναν μασκαρεμένο, δεν ήταν το τότε αγόρι της όπως αυτή νόμιζε, αλλά αυτός..κλείνοντας, της εύχεται να περάσει καλά τις καλοκαιρινές της διακοπές ενημερώνοντας την πως θα προσπαθήσει να γνωρίσει άλλα κορίτσια για να καταφέρει να την ξεπεράσει. Η Addie τρομερά ενθουσιασμένη τρέχει μέχρι το σπίτι του Jake, να τον αγκαλιάσει, να τον φιλήσει και να του ζητήσει να ζήσουν έναν έρωτα όλο τρέλα. Το σχέδιο της καταστρέφεται, όταν συναντάει τη καθαρίστρια ενός γειτονικού σπιτιού του Jake και την ενημερώνει πως αυτός και η οικογένεια του φεύγουν για όλες τις καλοκαιρινές διακοπές στο Καναδά, μάλιστα εκείνη τη στιγμή τους προσπερνάει το αμάξι τους...τρέχει και φωνάζει, φωνάζει και τρέχει! Ο Jake όμως, φοράει ακουστικά και δεν ακούει τίποτα. Έτσι έμεινε πίσω η Addie να κοιτάει τον έρωτας της να φεύγει...
Είναι ολοφάνερο, ακόμη και η τηλεόραση με τρολλάρει, και με τρολλάρει άσχημα. Και εγώ ακόμη, θέλω μια αγκαλιά... και το τρελό τυπάκι, έχει την αγκαλιά που επιθυμεί 10 σκαλοπάτια πιο πάνω, αλλά δεν κάνει κίνηση να σηκωθεί ούτε από τον καναπέ...βρε, ας σε είχα εγώ εδώ τριγύρω...μαραθώνιο θα έτρεχα!
Αν και είναι μεγάλο λάθος, δεν θα αρνηθώ πως ακόμη κάνω συγκρίσεις και μάλιστα κάνω σύγκριση σε εμένα, την τότε μάγισσα, με την τωρινή. Τριγυρνάει ακόμη στο μυαλό μου μια κλασσική μέρα που καθόμασταν και χαζεύαμε φωτογραφίες μας μαζί, συζητώντας ξανά την γνωριμίας μας, την εξέλιξη μας, απορώντας αν στις αρχές μας είχε περάσει από το μυαλό αν θα φτάναμε εδώ που φτάσαμε. Θυμάμαι που όταν είχαμε γνωριστεί είχα ανοιχτεί πολύ απότομα, και όχι τόσο στα προσωπικά μου ζητήματα, αλλά εξ' αρχής είχα ανοίξει τα χαρτιά μου και έδειχνα χωρίς φόβο εμένα. Μιλούσα με λέξεις και προτάσεις που όντως υπήρχαν στο μυαλό μου, χωρίς να σκέφτομαι αν με παρεξηγήσει καθώς πάντα γνώριζα πως ο τρόπος που εκφράζομαι έχει μια τραγική και ποιητική γεύση, κάτι που ποτέ δεν ήταν απόλυτα αποδεχτό από τρίτους, όμως με αυτόν τον άνθρωπο μου έβγαινε τόσο φυσικά, χωρίς να μπορώ να το ελέγχω, μέχρι που έφτασα σε ένα σημείο να πιστεύω πως με καταλαβαίνει και "νιώθει" απόλυτα τα λεγόμενα μου. Εκείνη τη μέρα λοιπόν, αυτή η ιδέα της απόλυτης κατανόησης και δεσίματος "από την πρώτη ματιά" καταστράφηκε ολοσχερώς όταν με περίσσια άνεση μου ανακοίνωσε πως "μερικές φορές στις αρχές όταν μιλούσαμε με αυτά που έλεγες απορούσα, - τι λέει αυτή; πραγματικά δεν ήξερα τι να σου απαντήσω και γελούσα", και στη συνέχεια δεν παρέλειψε να ψαχουλέψει το παλιό του κινητό ώστε να βρει ένα συγκεκριμένο μήνυμα. Ένα μήνυμα το οποίο το έγραψα όταν είχα ξεσπάσει σε δυνατούς λυγμούς, στο οποίο είχα βγάλει ότι είχα καταπιέσει μέσα μου τους τελευταίους μήνες, αποκαλύπτοντας ποιοι είναι οι λόγοι που πολλές φορές είμαι στεναχωρημένη και νευρική, και ακόμη και σήμερα θυμάμαι τι ανακούφιση ένιωσα επειδή είχε βρεθεί ένας άνθρωπος που επιτέλους μπορώ να μιλάω ελεύθερα. Όταν λοιπόν βρήκε το μήνυμα, άρχισε να κοροϊδεύει και να σχολιάζει κάθε λέξη, και εγώ πάγωσα μη ξέροντας πως πρέπει να αντιδράσω, να θυμώσω με την απαράδεκτη συμπεριφορά του ή να θυμώσω με εμένα που παρεξήγησα κάποια πράγματα και τελικά δεν ήταν αυτός ο κατάλληλος άνθρωπος για να μιλήσω; Από εκείνη τη μέρα και μετά, ήμουν κάπως επιφυλακτική με αυτά που έλεγα και με τον τρόπο που τα διατύπωνα, μέχρι που μου ανακοίνωσε ότι έχω γίνει ψυχρή, και έτσι άρχισα να πιστεύω πως μπορεί η κατανόηση να μην είχε γεννηθεί από την αρχή, αλλά μετά από τόσο διάστημα υπήρχε, και έτσι πλέον δεν υπήρχε λόγος να καταπιέζομαι, πλέον καταλάβαινε αληθινά. Κάτι που τώρα βέβαια το μετανιώνω, γιατί έχω κάνει πολλές τολμηρές δηλώσεις αγάπης και θαυμασμού τόσο σε ιδιαίτερες, γλυκές και ήρεμες στιγμές, όσο και σε επικίνδυνες ελπίζοντας πως το άκουσμα των συναισθημάτων μου στα αυτιά του είναι αρκετό να σώσει τη σχέση μας. Και απορώ, άραγε και σε εκείνες τις στιγμές, του φαινόντουσαν αστεία; Αλλά όχι δε μπορεί, το είχε κάνει και αυτός αφού.. όμως και πάλι, κάποιες αμφιβολίες τις έχω. Κάπως έτσι θυμάμαι αυτά και φοβάμαι τόσο πολύ μήπως κάνω πάλι τα ίδια λάθη, μήπως τρομάξω τους άλλους με τα αληθινά μου συναισθήματα, μήπως φανώ γελοία, μήπως φανώ υπερβολική. Και έτσι αποφεύγω τις μεγάλες δηλώσεις, αποφεύγω τις σοβαρές συζητήσεις ή μάλλον τις καταστρέφω κάνοντας χαβαλέ και μειώνοντας την αξία της στιγμής.
Καταβάθος δεν μου αρέσει όμως, δεν μου αρέσει καθόλου, θέλω πάλι κατανόηση και δέσιμο, θέλω πάλι να μιλάω ελεύθερα,και κυρίως θέλω να ξεφορτωθώ επιτέλους τα κατάλοιπα της προηγούμενης υποτιθέμενης αληθινής σχέσης μου, που τόσο πολύ με πλήγωσε και με έκανε να αμφισβητώ τη δύναμη και τη μαγεία που μπορούν δύο άνθρωποι να δημιουργήσουν...ή με μια λέξη, τον έρωτα. Και στη τελική με εκνευρίζει που αυτή η κατάσταση με αναγκάζει να είμαι...μόνη μου. Που σε λίγες ώρες θα περάσω μια ψυχοφθόρα μέρα γενεθλίων και δεν θα έχω μια αγκαλιά που θα μου εύχεται χρόνια πολλά και για έναν περίεργο λόγο, δεν θα με νευριάζει.
Αυτές τις μέρες, ενώ φλερτάρω επικίνδυνα με τις αναμνήσεις, πολεμάω πολύ σκληρά (ίσως και μάταια) να συγκεντρωθώ και επιτέλους να κλείσω το κεφαλαίο που τόσο πολύ με βασανίζει, ίσως είναι καιρός να γίνω λίγο ειλικρινής με το εαυτό μου αλλά και με τους γύρω μου, ώστε να μπορέσω τελικά να πάρω μπρος.
Είναι όλα κάπως μπερδεμένα μέσα στο στενό μυαλό μου, για αυτό θα προσπαθήσω όσο μπορώ να τα σουλουπώσω και να βγάλω μια άκρη.
Για αρχή, νιώθω κάπως περίεργα όταν με χώνουν στο τοίχο ρωτώντας γιατί ασχολούμαι ακόμη, συγκεκριμένα η εξής ερώτηση που έχω να αντιμετωπίσω συχνά - πυκνά είναι η εξής:
- Είχες πει ότι είσαι "οκ" με αυτό, παλιότερα σε χάλαγε το τέλος, τώρα είχες ένα καλό, αληθινό και ειλικρινή τέλος γνωρίζοντας τις αιτίες και τους λόγους, γιατί ασχολείσαι πάλι;
-Μπορεί τελικά να μην είμαι και τόσο "οκ" με αυτό, ξέρεις υπάρχει κάτι που λέγετε εγωισμός, και όσο και αν το κρύβω, που και που μου βγαίνει σε τεράστιο βαθμό..τι άλλο θα μπορούσες να πεις άλλωστε όταν ο άνθρωπος που νόμιζες ότι ήταν ο ήλιος σου, σου ανακοινώνει καθώς σε καρφώνει στα μάτια ότι δεν σε γουστάρει πια;
Αν ήταν σκυμμένο το κεφάλι ίσως μαλάκωνε ο πόνος, αν τα λόγια ήταν διαφορετικά ίσως να μην κρυβόμουν πίσω από τα δεκάδες "είμαι οκ, αυτό ήθελα κι εγώ", ίσως αν γινόντουσαν όλα τα παραπάνω να είχα το θάρρος να πω "μείνε", τότε θα με πλησίαζε, θα ακουμπούσε το κρεμαστό στο λαιμό μου, (αλήθεια, θα ήθελα πάρα πολύ να μάθω σε ποιο κάδο έχει πεταχτεί αυτό το κρεμαστό) θα με φιλούσε, θα τον ευχαριστούσα ψιθυριστά, θα έκλαιγα για λίγο στην αγκαλιά του και μετά θα κάναμε αστεία μέχρι να βραδιάσει,θα γελούσαμε και θα σχολιάζαμε τους περαστικούς μέχρι να είναι αρκετά αργά για να με γυρίσει σπίτι και να με αφήσει σε εκείνη τη γνωστή γωνία.
Κάπου εδώ θα ήθελα να προσθέσω, πως δύο μέρες πριν το επικό τέλος, είχαμε βρεθεί για καφέ, θυμάμαι λοιπόν πως εκείνη τη μέρα, αν και χαμογέλασα όταν τον είδα και τον φίλησα όσο ζεστά μπορούσα, παρέμενε ψυχρός και κρυόκωλος, έτσι εγώ με τη σειρά μου, μέχρι να φτάσουμε στο προορισμό μας κάτσουφιάσα και κοιτούσα έξω από το παράθυρο χωρίς να του δίνω σημασία (κάτι που έκανα αρκετό καιρό τώρα, καθώς αυτή τη στάση την είχε τις 9 από τις 10 φορές που συναντιόμασταν).
Πιο αμηχανία πεθαίνεις. Δεν μιλούσε κανένας, κοιτούσαμε δεξιά - αριστερά αόριστα μέχρι να περάσει η ώρα. Εγώ να περιμένω ένα σημάδι προσοχής και τρυφερότητας, και αυτός να περιμένει την ώρα να περάσει για να με πάει πίσω σπίτι σαν να ήμουν ένα ενοχλητικό κατοικίδιο.
Σε κάποια φάση με ρώτησε αν θα κάνω κάτι το βράδυ, εντελώς εκνευρισμένα απάντησα πως θα κάτσω σπίτι και γύρισα πάλι το κεφάλι μου αλλού. Μέσα σε μισή ώρα δέχτηκα ένα τηλεφώνημα με κάλεσμα για ένα ποτό στο οποίο αν και έκανα τη δύσκολη δέχτηκα, χωρίς να του προτείνω αν θέλει να έρθει, χωρίς καν να τον ενημερώσω που θα πάω και τι θα κάνω. Λίγη ώρα αργότερα μου ανακοίνωσε ότι κανόνισε να βγει για βράδυ και κατευθείαν βούλιαξα στις τύψεις γιατί σκέφτηκα πως ίσως ήθελε να μου προτείνει να τον συνοδεύσω και εγώ τον πήρα από τα μούτρα λέγοντας πως δεν θα πάω πουθενά αυτό το βράδυ.
Όταν με έφερε σπίτι προσπάθησα πάλι να γίνω ζεστή, αλλά η σφαλιάρα της απόρριψης με πέτυχε κατευθείαν στο μάγουλο, δε πτοήθηκα όμως, έστειλα ένα επίσης γλυκό μήνυμα, καληνυχτίζοντας, και λέγοντας του πως εύχομαι να περάσει όμορφα, προς απάντηση πήρα τα αρχίδια του, καθώς το μόνο που ήξερε να πει ήταν ένα ξερό "καληνύχτα", όταν έκανα κίνηση να διαμαρτυρηθώ δέχτηκα ένα στόλισμα από πάνω μέχρι κάτω, κλάμα η μάγισσα από τα νεύρα αλλά και από στεναχώρια, να πάω τώρα να τον βρω να τον χέσω πατόκορφα ή να κάτσω να κλαίω τη μοίρα μου; (=το ότι οι μαύροι κύκλοι και οι σακούλες είχαν φτάσει μέχρι το πάτωμα την άλλη μέρα το μεσημέρι κάνοντας με να αρνούμαι να πάω στη δουλειά, μπορεί να σας κάνει να καταλάβετε τι αποφάσισα τελικά να κάνω)
Τώρα θα μου πεις, γιατί μας τα λες όλα αυτά; Που κολλάνε;
Κολλάνε στο ότι ίσως απλώς δεν είχαμε καλό timing, γιατί άλλες φορές η ιστορία σωζόταν ακόμη και στο γύρισμα της πλάτης, ακόμη και στο πρώτο βήμα απομάκρυνσης, ακόμη και ένα λεπτό πριν φτάσει το λεωφορείο, αυτή τη φορά, ο Δίας όχι μόνο γαμήθηκε, αλλά η κωλοτρυπίδα του ξεχύλωσε σαν βρακί του Μικρούτσικου, γιατί το πείσμα έφτασε εμένα στην απόγνωση - απογοήτευση, και τον άλλον στην απόλυτη έλλειψη όχι αγάπης, αλλά οποιουδήποτε θετικού συναισθήματος που έτρεφε δύο χρόνια στο πρόσωπο μου. Κάπως έτσι η σχέση έγινε διάρροια και εμετός, και κάπως έτσι θυμώνω με εμάς και με τον Δία.
Ίσως για αυτό ασχολούμαι ακόμη λοιπόν, γιατί δύο μέρες πριν το τέλος ο ένας έκανε προσπάθεια και ο άλλος τον πετούσε στο γκρεμό, και το αντίθετο.
-Αυτός κάνει τη ζωούλα του μια χαρά, εσύ γιατί σκας ακόμη;
Από πότε πρέπει να συμβαδίζω τη ζωή μου και τα θέλω μου, με το τι κάνει ο άλλος;
Δεν με νοιάζει τι κάνει ο άλλος, εύχομαι, ελπίζω και θέλω να είναι καλά, με ή χωρίς εμένα, από΄κει και πέρα όμως δε μπορώ να επιβάλω σε εμένα να κάνω το ίδιο μόνο και μόνο επειδή αυτός "κάνει τη ζωούλα του".
Παλιότερα θυμάμαι, μπορεί να ακουστεί αστείο, τρελό ίσως και εξωφρενικό, το ένιωθα ότι δεν είναι καλά, επίσης ένιωθα και άλλα πράγματα σχετικά με το τι κάνει, τα οποία φοβόμουν πάρα πολύ να ξεστομίσω γιατί με τρέλανε η ιδέα ότι υπήρχε περίπτωση όντως να είναι αληθινά.
Όταν είχαμε ξανά βρεθεί, μετά από αρκετό καιρό, και ουσιαστικά αποφασίσαμε να είμαστε πάλι μαζί, μέσα στα χαχανητά, τις αγκαλιές και τα φιλιά, μου είπε πως ένας γνωστός, είχε κάνει κάτι με άλλη, καθώς ήταν και αυτός σε περίοδο χωρισμού με τη κοπέλα του.
Αυτόματα εκείνη τη στιγμή μου ήρθε στο μυαλό ένα βράδυ όταν ακόμη ήμασταν χωρισμένοι, που πονούσε πολύ η καρδιά μου και είχα ταχυκαρδίες, η πίεση μου έπαιζε σαν θερμόμετρο και δεν είχα ησυχία, για δύο πράγματα είχα ανησυχήσει, ή ο ήλιος μου είχε πάθει κάτι κακό, ή ο ήλιος μου έκανε κάτι πολύ κακό.
Ακόμη και τώρα νιώθω πως αυτός που έκανε κάτι με άλλη, δεν ήταν ο γνωστός, αλλά εκείνος, ίσως να μην ισχύει, ίσως να είναι όλα στο μυαλό μου, αλλά και πάλι αυτό δε βγαίνει από το κεφάλι μου. Θυμάμαι πως τον είχα ζαλίσει, τον παρακαλούσα να μιλήσει στο γνωστό του και να του πει πως το σωστό είναι να το πει στη κοπέλα του, να της δώσει το δικαίωμα να επιλέξει, τονίζοντας συνέχεια πως ΕΓΏ αυτό θα ήθελα, αντιθέτως μου έλεγε συνέχεια πως αυτό δεν είναι δική μας δουλειά και να μην τολμήσω να ανακατευτώ ή να μιλήσω σε κάποιον από τους δύο. Κάπως έτσι λοιπόν, λειτουργώ και τώρα, καταλαβαίνω ακριβώς πως είναι ο ήλιος μου, το νιώθω.
Είναι εντάξει. Σίγουρα είναι εντάξει και δεν τον ενδιαφέρω εγώ. Κάποια βράδυ αισθάνομαι πως του λείπω, αλλά μετά από λίγο δεν το νιώθω αυτό το συναίσθημα, ίσως απλά περνάω φευγαλέα από το μυαλό του και μετά συνέρχεται.
-Το καταλαβαίνουμε ότι σήμαινε πολλά για εσένα, αλλά τελείωσε, πάρ΄το απόφαση.
Θέλω το χρόνο μου. Ίσως σε μια ώρα φύγει τελείως από το κεφάλι μου, ίσως σε 8 χρόνια να είμαι ακόμη εδώ και να κλαίγομαι για την επική αγάπη που είχα τη τύχη να περάσω και που έφυγε μέσα από τα χέρια μου τόσο άδοξα.
Θα ανατρέξω πάλι σε ένα περιστατικό περασμένο, μια πολύ άσχημη και θλιβερή ανάμνηση για εμένα.
Πριν αρκετό καιρό, είχα πάθει ένα ατύχημα στον εργασιακό μου χώρο.
Αυτό το ατύχημα παραλίγο να με πνίξει, μου έκαψε το αριστερό χέρι σε κάποια (μικρά, για καλή μου τύχη) σημεία και μου ξερίζωσε αρκετά μαλλιά.
Εκείνη η στιγμή είναι πολύ θολή στο μυαλό μου, ο πανικός, οι φωνές, ο πόνος, όλα περνάνε φευγαλέα, ασπρόμαυρα.
Ένα πράγμα θυμάμαι πολύ καθαρά και δε νομίζω να το ξεχάσω ποτέ. Όταν πήρα απόφαση πως μάταια πολεμάω να βγάλω το λαιμό μου από εκεί μέσα, αφέθηκα. Έκλεισα τα μάτια και απλώς χάθηκα στο σκοτάδι, εκείνη τη στιγμή τρία πράγματα πέρασαν από το μυαλό μου,
1) Λες από το θάνατο μου να γίνω διάσημη; Να το πούνε στις ειδήσεις;
2) Ο ήλιος μου, απλά η μορφή του.
3) Ο ήλιος μου! Γαμώτο, δεν συναντηθήκαμε καθόλου εχθές, θα πεθάνω και δεν θα τον δω ξανά;
Όταν τελικά η αφεντιά μου σώθηκε και γύρισα σπίτι, είχα να αντιμετωπίσω μια μεγάλη κρίση, καθώς χτένιζα τα μαλλιά μου που είχαν γίνει κουβάρι είδα πως ο πόνος στο κεφάλι, δεν ήταν απλώς τράβηγμα, αλλά ξερίζωμα των μαλλιών μου, σε μια μέτρια μεγέθους επιφάνεια στην αριστερή πλευρά.
Αφού με στούμπωσαν με 3 ηρεμιστικά και στάνιαρα, πήρα τηλέφωνο τον ήλιο μου κλαίγοντας να του πω τι έχει συμβεί.
Δε πρόλαβα να εξηγήσω και πολλά, πάντως σε ένα τέταρτο είχε φτάσει σπίτι μου, τελείως ανακουφισμένος γιατί νόμιζε πως το ατύχημα ήταν κόψιμο χεριού ή ποδιού.
Αφού είδε ότι απλά είναι σακατεμένος ο σβέρκος μου και πενθάμε μαλλιά και όχι χέρια, έγινε πιο στοργικός από ποτέ, μάλιστα κατάφερε μέσα στο κλάμα μου να με κάνει να βγάλω και δύο ήχους γέλιου, πράγμα που φρόντισε να το κάνει και αργότερα, όταν έλαβα ένα μήνυμα στο κινητό το οποίο έλεγε, "Τώρα θα συστήνεσαι Άννα...Άννα Βίσση". (Τότε, πίστευα πως ο ήλιος μου κατάλαβε επιτέλους πως είναι στα αλήθεια να χάνεις στο πάρα πέντε κάποιον, και περίμενα έτσι να καταλάβει ότι πρέπει που και που, συναισθήματα αγάπης και τρυφερότητας να τα εκδηλώνει σε κάθε ευκαιρία, γενικότερα πίστευα πως εκείνη τη μέρα θα καταλάβαινε πόσο πολύ με αγαπάει, αλλά από ότι φαίνεται, τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι, και η φούσκα που ζούσα μέσα σε αυτήν, έσκασε απότομα, πλέον η ιδέα πως μετά το ατύχημα έμεινε μαζί μου από λύπηση, κερδίζει μερικούς πόντους από την πρώτη ιδέα περί κατανόησης του μεγέθους της αγάπης του... )
Ήταν λοιπόν όχι σημαντικός, ο πιο σημαντικός. Ήταν εκεί σε όλα τα δύσκολα και όλα τα μαύρα που είχα να αντιμετωπίσω κατά καιρούς, είτε μιλάμε για θέματα υγείας, είτε μιλάμε για προσωπικά ζητήματα.
Ήταν εκεί στο νοσοκομείο, όταν μέσα στο κατακαλόκαιρο είχα την αμυγδαλίτιδα, με φρόντισε, μου έκανε παρέα, αστεία, με φιλούσε και είχε μείνει αξύριστος γιατί δεν είχε διάθεση να ξυριστεί, μάλιστα είχε πει ότι όταν γίνω καλά και μπορέσω να βγω, τότε θα ξυριστεί, να είμαστε ωραίοι και οι δύο.
Ήταν εκεί σε κάθε τσακωμό που είχα να αντιμετωπίσω με τη μητέρα μου, ακούγοντας προσεκτικά τα παράπονα μου και προσπαθώντας να μου βάλει μυαλό δίχως ανταπόκριση, παρ΄όλα αυτά, ήταν εκεί και προσπαθούσε.
Ήταν εκεί στις αποτυχίες μου, και τις έκανε να φαίνονται τόσο ασήμαντες που με έκανε να νιώθω πως κάθομαι και σκάω τσάμπα.
Ίσως λοιπόν για αυτό δε μπορώ να ξεκολλήσω, γιατί δεν έχασα απλά έναν σύντροφο, έχασα έναν φύλακα άγγελο.
-Μια ζωή ήταν κρυόκωλος, σπάνια τον θυμάμαι να γελάει, και γενικά να μιλάει.
Κι όμως με εμένα δεν ήταν. Υπήρχαν στιγμές που έκλαιγε από τα γέλια, ήταν το μεγαλύτερο πειραχτήρι και προσπαθούσα πολύ με τον εαυτό μου να κρατηθώ και να μη γελάσω.
Ήταν ο χειρότερος βασανιστής γιατί με έβαζε τα καλοκαίρια να σηκώνομαι από τις 8 να πηγαίνω σπίτι του, για να χουχουλιάζουμε τα πρωινά αγκαλιά, να τρώμε μαζί, να βλέπουμε ταινίες και να σαλιαρίζουμε, μέχρι που έφτανε το μεσημέρι, γυρνούσα σπίτι μου, και μετά πάλι το απόγευμα με πήγαινε βόλτες σε πάρκα ή καφετέριες και κάναμε καφρίλες.
Με κορόιδευε για την έντονη ένρινη προφορά μου κάθε φορά που με γαργαλούσε και εγώ φώναζα "άννντε, φτάνει".
Με κορόιδευε που στη διαδρομή για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές είχαν λερωθεί οι γούνινες μπότες μου με λιωμένη σοκολάτα,ή ένα βράδυ που πονούσα πάρα πολύ στο σβέρκο, καθώς είχαν περάσει μόλις 10 μέρες από το ατύχημα,έκλαιγα και ξεφυσούσα σαν μωρό (επίσης εκείνο το βράδυ, θυμάμαι που ενώ του χάλασα τον ύπνο από το κλάμα, πήγε μέσα στη νύχτα να βγάλει συνεννόηση και να μου φέρει "painkiller", το οποίο αρνιόμουν πεισμωτικά να πάρω γιατί ήταν άγνωστης μάρκας, και είχε περάσει από το μυαλό μου το ενδεχόμενο να με καθαρίσει εδώ, που είμαστε εκτός, και έτσι να γλυτώσει μια και καλή από εμένα | όπως επίσης, για λίγα λεπτά, είχα σκεφτεί πως πήγε να μου φέρει "painkiller" επειδή δεν ήθελε να με βλέπει να πονάω..μετά κατάλαβα, πως απλώς η στομάχα του έπαιζε ταμπούρλο, και δεν ήθελε να πάει για φαγητό χωρίς παρέα) και που στην επιστροφή μας από τη θάλασσα στις καλοκαιρινές διακοπές είχα συγκαεί και περπατούσα σαν πάπια.
Με κορόιδευε που κάθε φορά που έτρωγα, έτρωγαν μαζί με εμένα τα ρούχα μου, οι κουβέρτες, τα πατώματα και το μπαλκόνι της γειτόνισσας, όπως επίσης με κορόιδευε όταν έκανα τη δύσκολη πως δεν πεινάω και τελικά εξαφάνιζα τα πάντα από το πιάτο.
Δεν ήταν κρυόκωλος, ήταν αυτός που ήταν. Και αυτό μου άρεσε, αυτό λάτρεψα.
Μια μέρα μεταξύ σοβαρού και αστείου, μου είχε πει πως αν ήμουν στο ελάχιστο διαφορετική ήταν σίγουρος πως δεν θα ήμασταν μαζί. Όταν τον είχα ρωτήσει τι εννοεί, μου είχε πει ότι αν ήμουν έστω λίγο διαφορετική σε χαρακτήρα ή ακόμη και αν ήταν λίγο διαφορετικά τα μαλλιά μου, δεν θα ήμασταν μαζί. Και τώρα καταλαβαίνω τι ακριβώς εννοούσε, τώρα μπορώ να το νιώσω.
Ήμασταν φτιαγμένοι για να ήμαστε μαζί, τώρα που αλλάξαμε, δεν ταιριάξαμε.
Κάπως έτσι λοιπόν κυλάει η ιστορία τις τελευταίες μέρες, αναπολώ, αναθεωρώ και ελπίζω.
Ελπίζω τα μαθήματα που πήρα να είναι αρκετά και από δω και πέρα να προσέχω ακόμη πιο πολύ τους ανθρώπους που έχω δίπλα μου.
Να έχω τη λογική και τη ψυχραιμία, να βλέπω τα λάθη μου όσο είμαι ακόμη μέσα στη σχέση, και όχι αφού μοιράσω τα κόλλυβα.
Απλά δεν είναι τόσο εύκολο να διαγράψεις έναν άνθρωπο, που αν δεν ήταν ολόκληρη η ζωή σου, ήταν για πολύ καιρό οι μέρες, αλλά και οι νύχτες σου.
Θέλω πάρα πολύ αυτή η φορά να είναι η τελευταία που γράφω για αυτό το πρόσωπο, όχι μόνο εδώ, ή στα τετράδια, ή στα μηνύματα, αλλά γενικά στη καθημερινότητα μου.
Να σταματήσω να τον αναφέρω, και ας συνδέονται όλα με αυτόν, και κυρίως να σταματήσω να σκέφτομαι αυτά που έφυγαν.
Και το μόνο που ίσως θα ήθελα, είναι μια απλή τελευταία βόλτα, να πούμε τα νέα μας, να γελάσουμε, γενικά να επικοινωνήσουμε όπως παλιά, μου λείπει εκείνη η επαφή που υπήρχε, και που ξέρω πως ακόμη δεν έχει χαθεί...
Μιας και δεν έχω υποχρεώσεις, και το να κλείνομαι στο σπίτι μόνο κακό μου κάνει, καθώς προσπαθώ να απασχολήσω το μυαλό μου με δραστηριότητες τύπου -ρακέτα, μπαλάκι τικ τακ στο τοίχο, και πάλι τούμπαλιν (τι σου κάνει η ανεργία), έχω γίνει λίγο κοπρόσκυλο, και όποτε βρω την ευκαιρία το σκάω από το σπίτι. Σήμερα λοιπόν η μέρα ήταν γεμάτη, συνόδευσα μια φίλη σε κάτι υποχρεώσεις, μετά κατσικώθηκα στη δουλειά μας άλλης φίλης για καφέ, και όταν συνειδητοποίησα πως η ώρα είχε περάσει, έσυρα το κουρασμένο μου κορμί (=το να πάω κέντρο και να γυρίσω με λεωφορείο για εμένα ισούται με το να τρέχω σε 40 βαθμούς με μπουφάν σε βουνοπλαγιά) στη γιαγιά μου, καθώς της είχα υποσχεθεί πως θα περάσω να φάμε παρέα. (σημείωση: Όταν φτάσεις σε σημείο η γιαγιά σου να έχει γίνει μια από τις καλύτερες σου φίλες, πρέπει να κοιταχτείς ή να πας κάπου να σε κοιτάξουν τέλος πάντων) Χτυπάω κουδούνι, ανοίγει πόρτα. Ανεβαίνω τα σκαλιά και ακούω τη κλασσική ερώτηση να πλημμυρίζει όλη τη πολυκατοικία "Ζωζώκα εσύ είσαι;", (σημείωση: Κάποια στιγμή πρέπει να το εκμεταλλευτώ αυτό, να μάθω αν έχει γκόμενο) απαντάω πως είμαι εγώ. Φτάνω πάνω, τη φιλάω "Αυτή τη βλαχιά δε θα την κόψεις ποτέ, ρώτα στο θυροτηλέφωνο ποιος είναι, τι φωνάζεις;", κατσουφιάζει δεν απαντάει. Είναι κάπως ζαρωμένη, είχε έρθει ο θείος με τη κόρη για διακοπές από εξωτερικό, αλλά πριν δύο μέρες έφυγαν, οπότε η γιαγιά ακόμη έχει κατάθλιψη και νουνίζει το παιδί και το εγγόνι που έφυγαν πάλι μακριά. Κόβω σαλάτα και πιάνουμε το μπίρι μπίρι,οπότε βρίσκω ευκαιρία να ανοίξω συζήτηση, "Ρε γιαγιά, να σε πω..εσύ το παππού τον ζήλευες;", με κοιτάει απορημένη και αρχίζει να γελάει, "Όχι εννοείται" μου απαντάει και μου δίνει το λάδι, "Καθόλου; Ούτε λίγο;" επιμένω στην ερώτηση μπας και πάρει λίγο τα πάνω της, "Όχι, γιατί να τον ζηλέψω; Ήμουν όμορφη!" ξεστομίζει όλο περηφάνια, και μα τους χίλιους ανανάδες, ήταν το τελευταίο που περίμενα να πει. -Τι εννοείς ήσουν όμορφη; Έφτανε αυτό; -Εσύ τι νομίζεις δηλαδή; -Μα πως τα μπλέκεις έτσι τα πράγματα ρε γιαγιά; Που κολλάει αυτό; -Νοικοκυρά ήμουν, όμορφη ήμουν, καλή ήμουν, γιατί να ζηλέψω; Δεν μου έλειπε κάτι, ήμουν σίγουρη ότι έχει τα πάντα. -Σιγά ρε γιαγιά, τι σιγουριά είναι αυτή; -Μα κοκόνα μου, ζηλεύει αυτός που νιώθει πως υστερεί, εγώ ήμουν ολόκληρη, δεν μου έλειπε κάτι, και δεν είναι σιγουριά, είναι αυτογνωσία, μπορεί κάπου να υστερούσα, αλλά σε αυτά που ζητούσε ο παππούς σου ήμουν αρκετή, όπως ήταν και αυτός για εμένα, τα βρίσκαμε μεταξύ μας. Πρώτη σφαλιάρα στην αυτοπεποίθηση και στην αυτοεκτίμηση μου, τρενάρω τη συζήτηση και συνεχίζω να τρώω πριν πατήσω τα κλάματα. Ξαπλώνουμε στο σαλόνι και έχουμε το ράδιο να παίζει μουσική (=το ράδιο δεν ακουγόταν καθόλου, γιαγιά και εγγονή έδωσαν ρέστα), σε κάποια φάση με κοιτάει η γιαγιά μου και μου λέει "Όμορφη είσαι", απορώ, την κοιτάω, κάνω το σταυρό μου, "Που κολλάει αυτό ρε γιαγιά;", "Αυτό δεν ήθελες να μάθεις, ε σου λέω ότι είσαι όμορφη, δε σε άφησε για αυτό", προφανώς η γιαγιά μου το πήγε παραπέρα το θέμα, γιατί κατάλαβε ακριβώς ποιες ήταν οι αμφιβολίες μου. Πετάγομαι όρθια από το καναπέ και με τρομερή τσατίλα απαιτώ να μου εξηγήσει γιατί με άφησε, αφού όλοι οι υπόλοιποι φωστήρες δεν είχαν να μου δώσουν απάντηση η γιαγιά έπρεπε να έχει, δεν ήταν προσδοκία, ήταν απαίτηση. -Γιατί μαζί σου δεν είχε τα πάντα, και σταμάτα να κατηγορείς εσένα για αυτό, θα τρελαθείς στο τέλος, σε κάθε απόρριψη στη ζωή σου, έτσι θα αντιδράς; -Ναι! -Βρες τα πρώτα με τον εαυτό σου, και μετά να τα βάλεις με το παλικάρι. -Δώσ'του και δίκιο από πάνω! -Σε κανέναν δεν δίνω δίκιο, ο καθένας είναι υπεύθυνος για τις αποφάσεις του, και αυτή τη στιγμή εσύ είσαι υπεύθυνη για το χάλι σου! -Ποιο χάλι μου ρε γιαγιά; -Που σκέφτεσαι συνέχεια τα ίδια και τα ίδια, σου μίλησα μια φορά και μου έδωσες να καταλάβω πως αυτός ο άνθρωπος δεν σε έκανε ούτε θα σε κάνει ποτέ ευτυχισμένη, με είδες δε μιλάω τόσο καιρό καθόλου για αυτόν, θέλω να κάνεις το ίδιο, αρκετά με αυτό το αστείο, δώσε ευκαιρίες σε άλλους ανθρώπους, όλα εγώ πρέπει να στα λέω; -Το πρόβλημα είναι, πως ενώ γνωρίζω ότι θα είμαι αρκετή για κάποιον άλλον, δεν ξέρω κατά πόσο αυτό ο άλλος θα είναι αρκετός για εμένα. -Και πως θα το μάθεις αν δεν δοκιμάσεις; -Γιαγιά; Δεν έχω την υπομονή να με γνωρίσω σε κάποιον, δεν έχω ούτε τη διάθεση να το κάνω. -Τι εννοείς να σε γνωρίσεις; -Δεν έχω την υπομονή να χτίσω πάλι από το 0 μια τέτοια σχέση -Γιατί τι είχε αυτή η σχέση; -Θέλεις να σου φέρω παράδειγμα; Μπορούσε να φάει ένα φαγητό ή να πιει ένα κρασί για να κρίνει αν θα μου αρέσει ή όχι, και όντως έπεφτε μέσα, έβρισκε τα πάντα, με ήξερε! Ε, δεν έχω την υπομονή να με μάθω πάλι σε κάποιον! -Δεν είναι θέμα υπομονής και το ξέρεις καλά, φόβος είναι! -Όχι, αλήθεια δεν είναι φόβος. -Φόβος είναι, φοβάσαι μήπως δεν βρεθεί κανένας άνθρωπος που θα καταφέρει να σε μάθει τόσο καλά και γυρνάς πάλι στα περασμένα! -... Καθώς είμαι φορτωμένη (σημείωση: Ότι ήταν απαγορευτικό για την διατροφή της, τα φόρτωσε σε εμένα, ο θείος με τη ξαδέρφη είχαν πάρει ένα ολόκληρο σούπερ μάρκετ...μάντεψε ποια τυχερή τρώει αυτή τη στιγμή, παγωτά με πατατάκια και σοκολατάκια με γέμιση φυστικάκια;), στη πόρτα έτοιμη να φύγω χαϊδεύει τη πλάτη μου, την κοιτάω όλο νάζι, "Κάνε μου μια αγκαλιά" -Μήπως είναι καιρός να αφήσεις κι άλλους να σου κάνουν αγκαλιές; -Έφυγα, μιλάμε για καφέ, θα βγούμε έξω την επόμενη φορά μόλις φτιάξει ο καιρός!
Χτυπάει τηλέφωνο σήμερα, πρωί - πρωί, πετάω σκεπάσματα, μαξιλάρια, πηδάω πάνω από κρεβάτια, και τελικά ήταν ο γείτονας. "Ελα" μου λέει... "Τρέχω" του απαντάω... "Κάλα άρχισες πάλι τις μαλακίες, να σε πω, εσύ δεν πήγες πέρσι Αμμουλιανή;" "Όχι πέρσι βλάκα, πρόπερσι πήγα!" "Έστω, για πες τι παίζει εκεί;" "Ε τι να παίζει, ήσυχα πράγματα, πολύ μικρό νησάκι, ελάχιστες επιλογές γενικά είναι για πολύ χαλαρές καταστάσεις.. με το αμάξι πάτε;" "Ναι ρε βλαμμένο, με τι άλλο;" "Νταξ πάλι καλά, αλλιώς για θάλασσα μόνο κάρο και αλόγο" "Πλάκα κάνεις;" "Όχι σοβαρά μιλάω!" "Δηλαδή εσείς καβαλούσατε το άλογο;" "Όχι εμείς πηγαίναμε με τα πόδια και μετά καβαλιώμασταν στο δωμάτιο, άντε καλά να περάσετε" "Θα σε πάρω τηλέφωνο να μου πεις που να πάμε για φαγητό" "Όχι να μην πάρεις, τα μαγαζάκια είναι 2-3, αναγκαστικά θα φας σε όλα, αυτό που είναι τεράστιο δίπλα στη θάλασσα, έχει χάλια φαί, αξίζει μόνο η θέα..." "Έγινε!"
Κάπως έτσι λοιπόν από το πρωί νουνίζω εκείνες τις διακοπές... φτιάχνει και ο καιρός τώρα, και τόσο πιο πολύ με χτυπάει άσχημα..
Εκεί που λες, είχα περάσει πανέμορφα, ήμουν κάτι παράπανω από ευτυχισμένη, τα τελευταία 2 χρόνια βασικά, εκείνες οι 4 μέρες ήταν οι πιο διασκεδαστικές, ρομαντικές, όμορφες και αληθινές που πέρασα.. νταξ ίσως όχι τόσο αληθινές, τότε έτσι τις ένιωθα.
Και μου λείπει τόσο πολύ αυτό το ανέμελο εκείνων των ημερών, γενικά μου λείπουν αυτές οι μικρές "αποδράσεις"... Η τελευταία απόδραση ήταν το χειμώνα που μας πέρασε, και δυστυχώς αν και φανταζόμουν πως θα ήταν το ίδιο υπέροχη με αυτή του προηγούμενου καλοκαιριού, τελικά ήταν μια αποτυχία. Το ταξίδι, οι μέρες εκεί πέρα, ο καιρός, η διάθεση, όλα μια αποτυχία. Κρυφό κλάμα τα βράδια στο κρεβάτι, κρυφό κλάμα το πρωί στη τουαλέτα, ψυχολογία 0, αυτοπεποίθηση -100. Το καλοκαίρι παρακαλούσα να σταματούσα το χρόνο και να μείνουμε για πάντα εκεί, το χειμώνα παρακαλούσα να ξυπνήσω το πρωί και τελείως μαγικά να βρεθώ πάλι σπίτι μου, μακριά του. Πόσο εύκολα όμως μπορούν να αλλάξουν οι καταστάσεις ρε γαμώτο, ένα άτομο που ένα χρόνο πριν σε συμπλήρωνε και σε έκανε να αισθάνεσαι τόσο διαφορετικά και τόσο όμορφα, ξαφνικά σου γεννάει κόμπλεξ, μειώνει την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμηση σου, σε στεναχωρεί και σε μαυρίζει τη ψυχολογία και την αγάπη σου...γενικότερα σε κάνει να νιώθεις τόσο αρνητικά συναισθήματα, που όχι μόνο δεν το περίμενες να το πάθεις από αυτό το πρόσωπο, αλλά γενικά δεν θα ήθελες να το πάθεις ποτέ σου. Για αυτό φέτος θέλω να προσπαθήσω να περάσω μοναδικά και δημιουργικά. Θα αρπάζω την ευκαιρία για μικρές αποδράσεις, και όπου με βγάλει.. ίσως πάω σε νησί, ίσως απλά βγω εκτός πόλης... δεν ξέρω τον προορισμό, ξέρω πως θα προσπαθήσω να περάσω όμορφα..θέλω να σηκωθώ το πρωί και να χαμογελάσω όπως χαμογελούσα εκεί, κι ας είναι το κρεβάτι μου άδειο αυτή τη φορά...
Βραδάκι γιουροβίζιον, δεν βλέπω κανένας να κάνει νταβαντούρι στο σπίτι (ούτε να πετάξουν μια σακούλα σπόρους καλαμπόκι στο φουρνάκι ρε αδερφέ), το παίρνω απόφαση, μαζί με το λάπ-τοπ μου και την κάνω για μπαλκόνι. (Σημείωση: Με σορτσάκι βρακί η δικιά σου, έχω απλώσει το ένα μέτρο πόδι, γιατί το άλλο το άφησα μέσα, πάνω στο κάγκελο-σκοτώστρα, και χώνω τη μάπα μου βαθιά μέσα στην οθόνη, παρακολουθώντας walking dead προσπαθώντας να καταλάβω αν αυτό που βλέπω είναι το παχύ ή το λεπτό έντερο του αλόγου- ναι για τέτοια βαρεμάρα μιλάμε) Σε κάποια φάση, ένας δυνατός ήχος ήταν ικανός να με κάνει να γυρίσω το κεφάλι, βλέπω, δεν δίνω σημασία και πέφτω πάλι με τα μούτρα στο αγνώστου ταυτότητας έντερο. Γυρνάω κλεφτά το μάτι, στον δεύτερο θόρυβο, και πιάνει το μάτι μου, το αγόρι απέναντι, που χαζεύει, τα φυτά μου στο μπαλκόνι. (=Τι στο διάολο θέλει και έχει κάτσει στο περβάζι;) Πέρνει στροφές ο εγκέφαλος, μαζεύει πόδι, ρίχνει από πάνω την κουβέρτα που ήταν δίπλα απλωμένη, και κοκκινίζω σαν πατζάρι. Το γειτονάκι - μαναράκι (από όσο μπόρεσα να δω), είχε σβήσει το φως, είχε κλείσει παράθυρο (=μάλλον πήγε να παρακολουθήσει pll) και εγώ έμεινα με την κουβέρτα να απορώ, "Μάλλον φταίει που το σορτσάκι ήταν ξεχυλωμένο!" Χτυπάει τηλέφωνο της big sister, και γίνεται μια ιδιαίτερα δελεαστική πρόταση, για χαλαρή μπυρίτσα παραλιακά. "Μέσα, γιατί όχι;", λέμε με μια φώνη, αλλά μετά καταλαβαίνουμε ποιοι μας έκαναν την πρόταση. Στο τηλέφωνο λοιπόν, ήταν ο Μπάμπης και η Μαίρη (Υποθετικά ονόματα, για ευννόητους λόγους) Ο Μπάμπης και η Μαίρη, ήταν κάποτε, ένα αρκετά φιλικό μας ζευγάρι. Όταν τους βλέπαμε, στο μυαλό μας ερχόταν κατευθείαν ηχητική υπόκρουση Παντελίδη "Δεν ταιριάζεται σου λεώ", αλλά δεν τους το λέγαμε για να μην τους πληγώσουμε. Το φιλικό ζευγάρι, μετά από αρκετούς τσακωμούς, χωρισμούς, και ψυχοφάρμακα τύπου ζάναξ, είχε πάρει την απόφαση πριν ένα 6μηνο, να κλείσει οριστικά το μαγαζί, γιατί πλέον δεν πούλαγε. (Ο Μπάμπης βασικά, γιατί η Μαίρη είχε κλείσει σαν γυναίκα," Ή ο Μπάμπης, ή κανένας" ) Έτσι λοιπόν, εγώ και η big sister, σαν κλασσικά κοριτσάκια, κόψαμε τις πολλές παρτίδες με τον Μπάμπη, και αφοσιωθήκαμε στην Μαίρη, εφοδιάζοντας την ταινίες τύπου "Notebook", τούρτες, και ότι άλλο έχει ως γέμιση σε ποσότητα 1 κιλό σοκολάτα και άνω, και όταν την είδαμε να ηρεμεί, την αφήσαμε λίγο ήσυχη, να βγει μόνη της σε μια ζωή πλασμένη χωρίς τον Μπάμπη. Εκεί λοιπόν είχαμε αφήσει την Μαίρη, μόνη της, να ανακαλύπτει ξανά την ζωή, χωρίς τον Μπάμπη. Και να τώρα, που κάνουν την εμφάνηση τους μαζί στο προσκύνιο, και καθόλου άδικα, το βλέμα της big sister, φωνάζει απεγνωσμένα "Όχι, πάλι, ΌΧΙ" "Έλα" της λέω, "Μπορεί να είναι για καλό" ... Με αρκετούς ενδιασμούς, ετοιμαζόμαστε "αλά Πετρινό καρναβάλι", για να μια χαλαρή μπύρα παραλιακά, γιατί έτσι όμως είχε στρωθεί το παραμύθι, μάλλον με μπουκάλι ουίσκι θα την βγάζαμε για να αντέξουμε, αλλά τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα μας. Χτυπάει αναπάντητη και καταλαβαίνουμε ότι περιμένουν κάτω με το αυτοκίνητο,- παπούτσια, τσάντα και φύγαμε σφαίρα. Μπαίνουμε στο αμάξι, όλα καλά. Ο Μπάμπης και η Μαίρη, τελείως φυσιολογικοί και οι δύο, και όπως τους χαζεύεις - ακούς, σου θυμίζουν επιτέλους κάτι από ζευγάρι (= Δεν σου βγάζουν ηχητική υπόκρουση "Δεν ταιριάζεται σου λέω" ) Καθόμαστε στο μαγαζί, παίρνουμε την μπύρα, και η ιστορία κυλλάει το ίδιο, ο Μπάμπης και η Μαίρη, μετά από 4 χρόνια σχέσης, και ένα μεγάλο χωρισμό, είναι ζευγάρι, -ανοίγω σαμπάνια και κερνάω όλο το μαγαζί. Τα μέλια στάζουν, κοιτάω για σφουγγαρίστρα, big sister μου ρίχνει κλωτσιές κάτω από το τραπέζι - συνέρχομαι. Ανυπομονώ, δεν αντέχω άλλο, ανοίγω τη στοματάρα καθώς μασουλάω λουκάνικο και ρωτάω "Τι στο διάολο, γιατί εσείς είστε πάλι μαζί;!;", μετά από γέλια - γέλια μέχρι δακρύων, ο φίλος Μπάμπης απαντάει "Παντρευόμαστε, αύριο έχουμε τραπέζι με το σόι" Όκ, προσπαθώ να ηρεμήσω, "γιατί ήρθαμε σε άγνωστο μαγαζί; δεν ξέρω που είναι η έξοδος κινδύνου", ρωτάω ψιθυρίστα την big sister, απαντάει εκνευρισμένα "Και εγώ αυτό ψάχνω", ανακουμπώνομαι και τολμάω να ρωτήσω "Και πως έγινε αυτό;" Απαντάει Μαίρη, "Μετά από μήνες ήρθε να με βρει, δεν με ρώτησε να θέλω να ήμαστε πάλι μαζί, μου πέρασε απλά δαχτυλίδι" Απορώ, κοιτάω πάλι περίεργα, το βλέμμα μου το αποσπάει για λίγο η γιουροβίζιον που παίζει σε γιγαντοοθόνη, μαζεύω το μυαλό μου, ξεστομίζω: "Δηλαδή, από τον χωρισμό, πηδάμε στο γάμο, ποντιακός θα είναι τουλάχιστον;", απάντηση κεραυνός, από τον φίλο Μπάμπη "Αφού θα είναι πόντια η κουμπάρα, και πόντια αυτή που θα τον οργανώσει" και ρίχνει βλέμμα στην big sister, και μετά ένα σε εμένα Έτσι λοίπον, η big sister θα γίνει μάρτυρας το καλοκαίρι, σε μια εκκλησία κοντινής περιοχής και θα ενώσει με τα δεσμά του γάμου δύο ανθρώπους που πριν 6 μήνες φώναζαν "Δεν ταιριάζεται σου λέω", και εγώ θα φτιάξω χαρούμενη και συγκινημένη μπομπονιέρες και προσκλήσεις για αυτό το χαρούμενο γεγονός. Απορία Νο1, αν είναι να περάσουν 4 χρόνια, να χωρίσεις, να τα ξαναβρείς, και μετά να χωρίσεις για ένα 6μηνο για να καταλάβεις οτι τελικά όντως θέλεις να μοιραστείς την ζωή σου μαζί με αυτόν τον άνθρωπο, για ποιο λόγο δεν υπογράφεις ένα συμβόλαιο από την άρχη, να γλυτώσεις και την στεναχώρια; Απορία Νο2, αν η Μαίρη, στο διάστημα των 6 μηνών, τα είχε μπλέξει με τον κούκλο που συναντάει κάθε πρωί στις 9 στο ανσανσέρ της δουλειάς, ο Μπάμπης που θα έδινε το δαχτυλίδι; Στην 20άρα τύπου Αλεξανδράτου που πηδούσε αυτούς τους 6 μήνες;
- Γιατί, γιατί; ΓΙΑΤΊ; Όλα σε εμένα ρε γαμώτο, είναι δυνατόν, που πάω και πέφτω; Ο ένας χειρότερος από τον άλλον, ΓΑΜΏΤΟ ΔΗΛΑΔΉ! - Κάτσε μη τρέχεις πονάνε τα πόδια μου! - Καλά σου λέει ρε αγάπη περίμενε.. - Ε ΡΕ ΠΟΎΣΤΗ!
5 ώρα το πρωί, με τις γόβες ανά χείρας, να περνάμε σφαίρα κεντρικούς, να προσπαθούμε να αποφύγουμε περίεργους, να μαζεύουμε το τρελό τυπάκι απ΄τα πατώματα, και εγώ να πεινάω! Με τα πολλά καθίσαμε για μάσα, προσπαθώντας τις 6 παρά πλέον, να ψυχολογήσουμε καταστάσεις, πρόσωπα, γεγονότα, να ρίξουμε ευθύνες σε εμάς, σε αυτούς, στον ανάδρομο ερμή, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως τελικά ίσως το παραμύθι με τον βάτραχο όντως έχει ξεθωριάσει.. Ήθελα μέσα απ΄τη καρδιά μου αυτό το τρελό τυπάκι να βρει το "μοναδικό" της, και νιώθω ευθύνες που πολλές φορές εγώ η ίδια όχι απλώς της φούσκωνα το κεφάλι, αλλά δικαιολογούσα καταστάσεις λέγοντας πως "μάθε να καταπίνεις και 5 πράγματα, η καχυποψία σου δεν έχει όρια!", και νιώθω πως το βάρος ευθύνης που έχω απέναντι σε αυτή τη κατάσταση είναι τόσο μεγάλο που δεν έχω λόγια να της ζητήσω συγνώμη... Την στιγμή που γύρισα το κεφάλι και είδα αυτό που είδα, ένιωσα το αίμα μου να παγώνει, ήθελα να την πάρω από εκεί και να φύγουμε αλλά πρώτα ήθελα τόσο πολύ να του λιώσω το κεφάλι στην άσφαλτο με το αυτοκίνητο! Δεν ήμουν ποτέ βίαιος άνθρωπος και σε πολύ συγκεκριμένες καταστάσεις θέλω να προκαλέσω σωματικό πόνο στον άλλον, εχθές λοιπόν βρέθηκε ο υπέρτατος μαλάκας που όχι μόνο με έκανε να θέλω να τον σακατέψω αλλά να τον εξαφανίσω με τα ίδια μου τα χέρια...και καθώς προσπαθώ να ηρεμήσω τα νεύρα μου και να βρω ένα τρόπο να πω στο τρελό τυπάκι τι κατάσταση επικρατεί στο ακριβώς διπλανό τραπέζι, το τρελό τυπάκι με ρωτάει αν πρέπει να πάει να τον ρωτήσει γιατί έχει απομακρυνθεί και αν έχει κάνει κάτι λάθος! Και εκεί είναι που το αίμα έχει φτάσει στον Όλυμπο, γιατί καθώς ακούς τους παραλογισμούς από τη μια πλευρά, έχεις από την άλλη το απίστευτο υπερθέαμα, η γκόμενα - τούρτα, με την τρέσα που κρέμεται από τη μπλούζα της να χώνει βαθιά τη χερούκλα της στα οπίσθια του "μοναδικού" της φίλης σου, και αυτός να χώνει την στραβωμένη μάπα του στα πεσμένα βυζιά της. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί πως θα περάσω μια τέτοια κατάσταση, γιατί πίστευα πως δεν θα πέσουμε σε τέτοια σκάρτα άτομα γιατί υποτίθεται έχουμε λίγο μυαλό...υποτίθεται κόβει το μάτι μας! Πραγματικά, πόσο καλός μπορεί να είναι ο άλλος στο να παίζει έτσι εύκολα; Στα μάτια όχι μόνο των γυναικών, αλλά ΌΛΩΝ, έμοιαζε ο "Κύριος τέλειος", όλοι είχαν να μιλάνε με τα καλύτερα, και όχι λόγια του αέρα, υποτίθεται τον ήξεραν, και έδινε και αυτός σημάδια που σε καμία περίπτωση δεν θα σε καθοδηγούσαν στο να τον αμφισβητήσεις. Και δεν μπορώ να καταλάβω πως λειτουργεί όλο αυτό, ειλικρινά ρε παιδιά, πόσο φτωχός στο συναίσθημα πρέπει να είσαι για να βγαίνεις βόλτα το βράδυ να την μια, και να μιλάς για μαγευτικά και ανείπωτα πράγματα, και το άλλο βράδυ να πασπατεύεις μπροστά σε ένα ολόκληρο μαγαζί στο οποίο εργάζεσαι, και ξέρεις πως γνωρίζουν την "κοπέλα" σου τα βυζιά μιας άλλης. Πόσο κακός άνθρωπος μπορεί να είσαι, για να παίζεις έτσι εύκολα με τα συναισθήματα και την αξιοπρέπεια της άλλης; Θέλεις να κάνεις την κουτουκέλα κύριε; Κάν΄την αλλού, όχι εκεί, όχι σε μέρος που την ξέρουν όλοι, που την βλέπουν καθημερινά, όχι με τέτοιο τρόπο, όχι σε έναν άνθρωπο που δεν έχει δώσει δικαίωμα ποτέ σε κανέναν να την πιάσει στο στόμα της και να την ξεφτιλίσει με τέτοιο τρόπο. Και είναι και αυτό το γαμώτο που σε πατάει και λες πως τελικά ίσως φταις εσύ.. ίσως κάτι έκανες λάθος και δεν φταίει αυτός, το πρόβλημα είναι όλο πάνω σου! Και ρίχνεις πάλι τον εαυτό σου, και έχεις ανεξήγητα "γιατί" να αιωρούνται στον αέρα, να νιώθεις πως δεν ήσουν αρκετή, δεν ήσουν ελκυστική, δεν ήσουν αυτό το "κάτι παραπάνω".. και άντε να ανοίξεις το κεφαλάκι αυτής της πανέμορφης κοπέλας και να της χώσεις μόνο μια φράση..μια τόση δα φρασούλα "ΌΧΙ ΡΕ, ΑΥΤΌΣ ΕΊΝΑΙ ΜΑΛΆΚΑΣ!" ...
Και σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις βλέπεις τα δικά σου και λες πως τελικά υπάρχουν και χειρότερα, συγκριτικά εγώ ήμουν "καλύτερα", γιατί μπορεί να ξεθώριασε η σπίθα, αλλά η ειλικρίνεια, ο σεβασμός και η αφοσίωση υπήρχε όπως στις αρχές...γιατί κάποια πράγματα ήταν και θα είναι πάντα αγνά για εμάς τους δύο.. και παίρνεις τηλέφωνο στις 5 το πρωί ίσα να ακούσεις τη φωνή του, όχι γιατί θέλεις να γυρίσεις πίσω επειδή είδες τι κυκλοφορεί..απλά να επιβεβαιωθείς πως αυτό το "καλύτερα" που είχες κάποτε υπάρχει ακόμη, και ας μην το έχεις εσύ...και στη τελική παραμένει το άτομο που εμπιστεύεσαι όσο κανέναν άλλον και στα δύσκολα θα τον πάρεις τηλέφωνο..είτε να έρθει να σπάσει τα μούτρα του μαλάκα, είτε να σε συμβουλέψει..είτε απλά να σου πει "γάμησες μας βραδιάτικα"...όταν συνέλθεις όμως, στα δύο τουτ κλείνεις το τηλέφωνο, και σκέφτεσαι.. "δεν πρέπει να είσαι εσύ το στήριγμα μου, κάποια στιγμή πρέπει να μάθω να χειρίζομαι κάποιες καταστάσεις μόνη μου" ~_~ - Τρελό τυπάκι, θέλεις να πάρουμε παγωτό για το σπίτι; - Όχι..θέλω να πάμε σπίτι να κλάψω με την ησυχία μου, αρκετοί με άκουσαν σήμερα... Και ενώ λυγίζω καθώς βλέπω πόσο πόνο έχει στα μάτια της το τρελό τυπάκι, σκέφτομαι πως εγώ στη τελική έστω έζησα κάτι αληθινό και καθ'όλα αγνό...
Χρόνια Πολλά σε όλες τις φίλες μανούλες, εγκυούλες και τις wannabe που το προσπαθούν χωρίς να το βάζουν κάτω..που κάθε τέλος του μήνα σε κοιτάνε στα μάτια με μια δόση απελπισίας αλλά τελικά συνεχίζουν μέχρι να πετύχουν τον μοναδικό, μαγευτικό σκοπό τους.. να γίνουν μάνες!