Βραδάκι γιουροβίζιον, δεν βλέπω κανένας να κάνει νταβαντούρι στο σπίτι (ούτε να πετάξουν μια σακούλα σπόρους καλαμπόκι στο φουρνάκι ρε αδερφέ), το παίρνω απόφαση, μαζί με το λάπ-τοπ μου και την κάνω για μπαλκόνι.
(Σημείωση: Με σορτσάκι βρακί η δικιά σου, έχω απλώσει το ένα μέτρο πόδι, γιατί το άλλο το άφησα μέσα, πάνω στο κάγκελο-σκοτώστρα, και χώνω τη μάπα μου βαθιά μέσα στην οθόνη, παρακολουθώντας walking dead προσπαθώντας να καταλάβω αν αυτό που βλέπω είναι το παχύ ή το λεπτό έντερο του αλόγου- ναι για τέτοια βαρεμάρα μιλάμε)
Σε κάποια φάση, ένας δυνατός ήχος ήταν ικανός να με κάνει να γυρίσω το κεφάλι, βλέπω, δεν δίνω σημασία και πέφτω πάλι με τα μούτρα στο αγνώστου ταυτότητας έντερο.
Γυρνάω κλεφτά το μάτι, στον δεύτερο θόρυβο, και πιάνει το μάτι μου, το αγόρι απέναντι, που χαζεύει, τα φυτά μου στο μπαλκόνι. (=Τι στο διάολο θέλει και έχει κάτσει στο περβάζι;)
Πέρνει στροφές ο εγκέφαλος, μαζεύει πόδι, ρίχνει από πάνω την κουβέρτα που ήταν δίπλα απλωμένη, και κοκκινίζω σαν πατζάρι.
Το γειτονάκι - μαναράκι (από όσο μπόρεσα να δω), είχε σβήσει το φως, είχε κλείσει παράθυρο (=μάλλον πήγε να παρακολουθήσει pll) και εγώ έμεινα με την κουβέρτα να απορώ, "Μάλλον φταίει που το σορτσάκι ήταν ξεχυλωμένο!"
Χτυπάει τηλέφωνο της big sister, και γίνεται μια ιδιαίτερα δελεαστική πρόταση, για χαλαρή μπυρίτσα παραλιακά.
"Μέσα, γιατί όχι;", λέμε με μια φώνη, αλλά μετά καταλαβαίνουμε ποιοι μας έκαναν την πρόταση.
Στο τηλέφωνο λοιπόν, ήταν ο Μπάμπης και η Μαίρη (Υποθετικά ονόματα, για ευννόητους λόγους)
Ο Μπάμπης και η Μαίρη, ήταν κάποτε, ένα αρκετά φιλικό μας ζευγάρι. Όταν τους βλέπαμε, στο μυαλό μας ερχόταν κατευθείαν ηχητική υπόκρουση Παντελίδη "Δεν ταιριάζεται σου λεώ", αλλά δεν τους το λέγαμε για να μην τους πληγώσουμε.
Το φιλικό ζευγάρι, μετά από αρκετούς τσακωμούς, χωρισμούς, και ψυχοφάρμακα τύπου ζάναξ, είχε πάρει την απόφαση πριν ένα 6μηνο, να κλείσει οριστικά το μαγαζί, γιατί πλέον δεν πούλαγε. (Ο Μπάμπης βασικά, γιατί η Μαίρη είχε κλείσει σαν γυναίκα," Ή ο Μπάμπης, ή κανένας" )
Έτσι λοιπόν, εγώ και η big sister, σαν κλασσικά κοριτσάκια, κόψαμε τις πολλές παρτίδες με τον Μπάμπη, και αφοσιωθήκαμε στην Μαίρη, εφοδιάζοντας την ταινίες τύπου "Notebook", τούρτες, και ότι άλλο έχει ως γέμιση σε ποσότητα 1 κιλό σοκολάτα και άνω, και όταν την είδαμε να ηρεμεί, την αφήσαμε λίγο ήσυχη, να βγει μόνη της σε μια ζωή πλασμένη χωρίς τον Μπάμπη.
Εκεί λοιπόν είχαμε αφήσει την Μαίρη, μόνη της, να ανακαλύπτει ξανά την ζωή, χωρίς τον Μπάμπη.
Και να τώρα, που κάνουν την εμφάνηση τους μαζί στο προσκύνιο, και καθόλου άδικα, το βλέμα της big sister, φωνάζει απεγνωσμένα "Όχι, πάλι, ΌΧΙ"
"Έλα" της λέω, "Μπορεί να είναι για καλό" ...
Με αρκετούς ενδιασμούς, ετοιμαζόμαστε "αλά Πετρινό καρναβάλι", για να μια χαλαρή μπύρα παραλιακά, γιατί έτσι όμως είχε στρωθεί το παραμύθι, μάλλον με μπουκάλι ουίσκι θα την βγάζαμε για να αντέξουμε, αλλά τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα μας.
Χτυπάει αναπάντητη και καταλαβαίνουμε ότι περιμένουν κάτω με το αυτοκίνητο,-
παπούτσια, τσάντα και φύγαμε σφαίρα.
Μπαίνουμε στο αμάξι, όλα καλά. Ο Μπάμπης και η Μαίρη, τελείως φυσιολογικοί και οι δύο, και όπως τους χαζεύεις - ακούς, σου θυμίζουν επιτέλους κάτι από ζευγάρι (= Δεν σου βγάζουν ηχητική υπόκρουση "Δεν ταιριάζεται σου λέω" )
Καθόμαστε στο μαγαζί, παίρνουμε την μπύρα, και η ιστορία κυλλάει το ίδιο, ο Μπάμπης και η Μαίρη, μετά από 4 χρόνια σχέσης, και ένα μεγάλο χωρισμό, είναι ζευγάρι,
-ανοίγω σαμπάνια και κερνάω όλο το μαγαζί.
Τα μέλια στάζουν, κοιτάω για σφουγγαρίστρα, big sister μου ρίχνει κλωτσιές κάτω από το τραπέζι - συνέρχομαι.
Ανυπομονώ, δεν αντέχω άλλο, ανοίγω τη στοματάρα καθώς μασουλάω λουκάνικο και ρωτάω "Τι στο διάολο, γιατί εσείς είστε πάλι μαζί;!;", μετά από γέλια - γέλια μέχρι δακρύων, ο φίλος Μπάμπης απαντάει "Παντρευόμαστε, αύριο έχουμε τραπέζι με το σόι"
Όκ, προσπαθώ να ηρεμήσω, "γιατί ήρθαμε σε άγνωστο μαγαζί; δεν ξέρω που είναι η έξοδος κινδύνου", ρωτάω ψιθυρίστα την big sister, απαντάει εκνευρισμένα "Και εγώ αυτό ψάχνω",
ανακουμπώνομαι και τολμάω να ρωτήσω "Και πως έγινε αυτό;"
Απαντάει Μαίρη, "Μετά από μήνες ήρθε να με βρει, δεν με ρώτησε να θέλω να ήμαστε πάλι μαζί, μου πέρασε απλά δαχτυλίδι"
Απορώ, κοιτάω πάλι περίεργα, το βλέμμα μου το αποσπάει για λίγο η γιουροβίζιον που παίζει σε γιγαντοοθόνη, μαζεύω το μυαλό μου, ξεστομίζω: "Δηλαδή, από τον χωρισμό, πηδάμε στο γάμο, ποντιακός θα είναι τουλάχιστον;",
απάντηση κεραυνός, από τον φίλο Μπάμπη "Αφού θα είναι πόντια η κουμπάρα, και πόντια αυτή που θα τον οργανώσει" και ρίχνει βλέμμα στην big sister, και μετά ένα σε εμένα
Έτσι λοίπον, η big sister θα γίνει μάρτυρας το καλοκαίρι, σε μια εκκλησία κοντινής περιοχής και θα ενώσει με τα δεσμά του γάμου δύο ανθρώπους που πριν 6 μήνες φώναζαν "Δεν ταιριάζεται σου λέω", και εγώ θα φτιάξω χαρούμενη και συγκινημένη μπομπονιέρες και προσκλήσεις για αυτό το χαρούμενο γεγονός.
Απορία Νο1, αν είναι να περάσουν 4 χρόνια, να χωρίσεις, να τα ξαναβρείς, και μετά να χωρίσεις για ένα 6μηνο για να καταλάβεις οτι τελικά όντως θέλεις να μοιραστείς την ζωή σου μαζί με αυτόν τον άνθρωπο, για ποιο λόγο δεν υπογράφεις ένα συμβόλαιο από την άρχη, να γλυτώσεις και την στεναχώρια;
Απορία Νο2, αν η Μαίρη, στο διάστημα των 6 μηνών, τα είχε μπλέξει με τον κούκλο που συναντάει κάθε πρωί στις 9 στο ανσανσέρ της δουλειάς, ο Μπάμπης που θα έδινε το δαχτυλίδι; Στην 20άρα τύπου Αλεξανδράτου που πηδούσε αυτούς τους 6 μήνες;
(Σημείωση: Με σορτσάκι βρακί η δικιά σου, έχω απλώσει το ένα μέτρο πόδι, γιατί το άλλο το άφησα μέσα, πάνω στο κάγκελο-σκοτώστρα, και χώνω τη μάπα μου βαθιά μέσα στην οθόνη, παρακολουθώντας walking dead προσπαθώντας να καταλάβω αν αυτό που βλέπω είναι το παχύ ή το λεπτό έντερο του αλόγου- ναι για τέτοια βαρεμάρα μιλάμε)
Σε κάποια φάση, ένας δυνατός ήχος ήταν ικανός να με κάνει να γυρίσω το κεφάλι, βλέπω, δεν δίνω σημασία και πέφτω πάλι με τα μούτρα στο αγνώστου ταυτότητας έντερο.
Γυρνάω κλεφτά το μάτι, στον δεύτερο θόρυβο, και πιάνει το μάτι μου, το αγόρι απέναντι, που χαζεύει, τα φυτά μου στο μπαλκόνι. (=Τι στο διάολο θέλει και έχει κάτσει στο περβάζι;)
Πέρνει στροφές ο εγκέφαλος, μαζεύει πόδι, ρίχνει από πάνω την κουβέρτα που ήταν δίπλα απλωμένη, και κοκκινίζω σαν πατζάρι.
Το γειτονάκι - μαναράκι (από όσο μπόρεσα να δω), είχε σβήσει το φως, είχε κλείσει παράθυρο (=μάλλον πήγε να παρακολουθήσει pll) και εγώ έμεινα με την κουβέρτα να απορώ, "Μάλλον φταίει που το σορτσάκι ήταν ξεχυλωμένο!"
Χτυπάει τηλέφωνο της big sister, και γίνεται μια ιδιαίτερα δελεαστική πρόταση, για χαλαρή μπυρίτσα παραλιακά.
"Μέσα, γιατί όχι;", λέμε με μια φώνη, αλλά μετά καταλαβαίνουμε ποιοι μας έκαναν την πρόταση.
Στο τηλέφωνο λοιπόν, ήταν ο Μπάμπης και η Μαίρη (Υποθετικά ονόματα, για ευννόητους λόγους)
Ο Μπάμπης και η Μαίρη, ήταν κάποτε, ένα αρκετά φιλικό μας ζευγάρι. Όταν τους βλέπαμε, στο μυαλό μας ερχόταν κατευθείαν ηχητική υπόκρουση Παντελίδη "Δεν ταιριάζεται σου λεώ", αλλά δεν τους το λέγαμε για να μην τους πληγώσουμε.
Το φιλικό ζευγάρι, μετά από αρκετούς τσακωμούς, χωρισμούς, και ψυχοφάρμακα τύπου ζάναξ, είχε πάρει την απόφαση πριν ένα 6μηνο, να κλείσει οριστικά το μαγαζί, γιατί πλέον δεν πούλαγε. (Ο Μπάμπης βασικά, γιατί η Μαίρη είχε κλείσει σαν γυναίκα," Ή ο Μπάμπης, ή κανένας" )
Έτσι λοιπόν, εγώ και η big sister, σαν κλασσικά κοριτσάκια, κόψαμε τις πολλές παρτίδες με τον Μπάμπη, και αφοσιωθήκαμε στην Μαίρη, εφοδιάζοντας την ταινίες τύπου "Notebook", τούρτες, και ότι άλλο έχει ως γέμιση σε ποσότητα 1 κιλό σοκολάτα και άνω, και όταν την είδαμε να ηρεμεί, την αφήσαμε λίγο ήσυχη, να βγει μόνη της σε μια ζωή πλασμένη χωρίς τον Μπάμπη.
Εκεί λοιπόν είχαμε αφήσει την Μαίρη, μόνη της, να ανακαλύπτει ξανά την ζωή, χωρίς τον Μπάμπη.
Και να τώρα, που κάνουν την εμφάνηση τους μαζί στο προσκύνιο, και καθόλου άδικα, το βλέμα της big sister, φωνάζει απεγνωσμένα "Όχι, πάλι, ΌΧΙ"
"Έλα" της λέω, "Μπορεί να είναι για καλό" ...
Με αρκετούς ενδιασμούς, ετοιμαζόμαστε "αλά Πετρινό καρναβάλι", για να μια χαλαρή μπύρα παραλιακά, γιατί έτσι όμως είχε στρωθεί το παραμύθι, μάλλον με μπουκάλι ουίσκι θα την βγάζαμε για να αντέξουμε, αλλά τέλος πάντων, δεν είναι αυτό το θέμα μας.
Χτυπάει αναπάντητη και καταλαβαίνουμε ότι περιμένουν κάτω με το αυτοκίνητο,-
παπούτσια, τσάντα και φύγαμε σφαίρα.
Μπαίνουμε στο αμάξι, όλα καλά. Ο Μπάμπης και η Μαίρη, τελείως φυσιολογικοί και οι δύο, και όπως τους χαζεύεις - ακούς, σου θυμίζουν επιτέλους κάτι από ζευγάρι (= Δεν σου βγάζουν ηχητική υπόκρουση "Δεν ταιριάζεται σου λέω" )
Καθόμαστε στο μαγαζί, παίρνουμε την μπύρα, και η ιστορία κυλλάει το ίδιο, ο Μπάμπης και η Μαίρη, μετά από 4 χρόνια σχέσης, και ένα μεγάλο χωρισμό, είναι ζευγάρι,
-ανοίγω σαμπάνια και κερνάω όλο το μαγαζί.
Τα μέλια στάζουν, κοιτάω για σφουγγαρίστρα, big sister μου ρίχνει κλωτσιές κάτω από το τραπέζι - συνέρχομαι.
Ανυπομονώ, δεν αντέχω άλλο, ανοίγω τη στοματάρα καθώς μασουλάω λουκάνικο και ρωτάω "Τι στο διάολο, γιατί εσείς είστε πάλι μαζί;!;", μετά από γέλια - γέλια μέχρι δακρύων, ο φίλος Μπάμπης απαντάει "Παντρευόμαστε, αύριο έχουμε τραπέζι με το σόι"
Όκ, προσπαθώ να ηρεμήσω, "γιατί ήρθαμε σε άγνωστο μαγαζί; δεν ξέρω που είναι η έξοδος κινδύνου", ρωτάω ψιθυρίστα την big sister, απαντάει εκνευρισμένα "Και εγώ αυτό ψάχνω",
ανακουμπώνομαι και τολμάω να ρωτήσω "Και πως έγινε αυτό;"
Απαντάει Μαίρη, "Μετά από μήνες ήρθε να με βρει, δεν με ρώτησε να θέλω να ήμαστε πάλι μαζί, μου πέρασε απλά δαχτυλίδι"
Απορώ, κοιτάω πάλι περίεργα, το βλέμμα μου το αποσπάει για λίγο η γιουροβίζιον που παίζει σε γιγαντοοθόνη, μαζεύω το μυαλό μου, ξεστομίζω: "Δηλαδή, από τον χωρισμό, πηδάμε στο γάμο, ποντιακός θα είναι τουλάχιστον;",
απάντηση κεραυνός, από τον φίλο Μπάμπη "Αφού θα είναι πόντια η κουμπάρα, και πόντια αυτή που θα τον οργανώσει" και ρίχνει βλέμμα στην big sister, και μετά ένα σε εμένα
Έτσι λοίπον, η big sister θα γίνει μάρτυρας το καλοκαίρι, σε μια εκκλησία κοντινής περιοχής και θα ενώσει με τα δεσμά του γάμου δύο ανθρώπους που πριν 6 μήνες φώναζαν "Δεν ταιριάζεται σου λέω", και εγώ θα φτιάξω χαρούμενη και συγκινημένη μπομπονιέρες και προσκλήσεις για αυτό το χαρούμενο γεγονός.
Απορία Νο1, αν είναι να περάσουν 4 χρόνια, να χωρίσεις, να τα ξαναβρείς, και μετά να χωρίσεις για ένα 6μηνο για να καταλάβεις οτι τελικά όντως θέλεις να μοιραστείς την ζωή σου μαζί με αυτόν τον άνθρωπο, για ποιο λόγο δεν υπογράφεις ένα συμβόλαιο από την άρχη, να γλυτώσεις και την στεναχώρια;
Απορία Νο2, αν η Μαίρη, στο διάστημα των 6 μηνών, τα είχε μπλέξει με τον κούκλο που συναντάει κάθε πρωί στις 9 στο ανσανσέρ της δουλειάς, ο Μπάμπης που θα έδινε το δαχτυλίδι; Στην 20άρα τύπου Αλεξανδράτου που πηδούσε αυτούς τους 6 μήνες;

