Μου αρέσει να είμαι μόνη,
γιατί έτσι δε με πειράζουν.
Δεν με εξαπατάει κανένας,
δε παίζει μαζί μου κανένας,
και έτσι ζω χωρίς ενοχές, πληγές,
θλίψη και πόνο.
Η ανοσία στον οργανισμό μας χωρίζεται σε δύο κατηγορίες,
στην φυσική και στην επίκτητη.
Πάντα είχα την εντύπωση πως όπως λειτουργεί το σώμα,
κάποιο παρόμοιο μηχανισμό ακολουθεί και η ψυχή,
το συναίσθημα ή ψυχολογία.
Κάπως έτσι και εγώ,
έμαθα στο μυαλό και στη καρδιά μου
κάθε φορά που ένιωθε απειλή
να βάζει σε λειτουργεί τα λεμφοκύτταρα μου
και να αναπτύσσει αντισώματα.
Κάποιοι έχουν επίκτητη ανοσία,
που πρώτα δέχονται το μικρόβιο και μετά
αφού μάθουν, προστατεύονται.
Εγώ ήμουν πάντα δειλή,
δε χρειαζόταν ποτέ να γνωρίσω το μικρόβιο,
προστατευόμουν πριν καν με πλησιάσει,
η φυσική ανοσία μου ήταν πάντα σε εγρήγορση.
Ακόμη θυμάμαι αστεία σκηνικά με αγόρια,
ήταν τριγύρω μου, μου μιλούσαν, προσπαθούσαν
να με γοητεύσουν και εγώ πάντα ήμουν η κακιά,
πάντα σήκωνα τοίχος και πατούσα Χ.
Κάποια στιγμή έχασα τη μπάλα,
βρέθηκαν άτομα γύρω μου που με γοήτευσαν,
και τολμώ να πω πως ανοίχτηκα γιατί είδα πως είναι ωραίο.
Όσο περνούσε ο καιρός μερικοί έφυγαν πάλι
και έμεινα πίσω να γλύφω πληγές,
να σκέφτομαι πως τελικά ίσως ήμουν καλύτερα πριν,
όμως όχι.
Ένας έμεινε, έμεινε εκεί και άθελα του,
με έκανε να πιστέψω πως τελικά δεν ήμουν καλύτερα,
γιατί μπορεί να είχα χάσει πολλούς,
αλλά αυτός ήταν ακόμη εκεί.
Έτσι αυτός ο άνθρωπος έγινε το παράδειγμα,
γιατί σαν αυτόν, άλλος κανένας,
όλοι θα φεύγουν αλλά αυτός θα είναι εκεί.
Τον είχα θεοποιήσει είναι η αλήθεια,
ίσως παραπάνω από όσο έπρεπε,
στους φυσιολογικούς ανθρώπους
μπορεί η αγάπη μου για αυτόν να μοιάζει αρρωστημένη.
Και μετά, χάνω αυτόν τον άνθρωπο,
χάνω το παράδειγμα μου,
μένω μόνη μου με αναμνήσεις και λόγια που γυρνάνε στο μυαλό μου.
Και πονάνε, και πάλι απογοητεύομαι,
και πάλι νιώθω πως οι λάθος επιλογές μου
με έφεραν εδώ που με έφεραν.
Ίσως πρέπει να μάθω να βάζω μέτρο στην αγάπη,
να μην ενθουσιάζομαι τόσο εύκολα,
γιατί χρονολογικά και μόνο αυτό δε με συμφέρει,
κάνω χρόνια να αγαπήσω, και χάνω χρόνια
μέχρι να καλύψω τα πως, τα γιατί και να αποδεχτώ
πως "συμβαίνουν αυτά"..
Αλήθεια όμως, δε μου αρέσει αυτό που είμαι,
γιατί με πονάει.
Γιατί έτσι πάντα εγώ χάνω,
πάντα εγώ μένω πίσω να κοιτάω τα περασμένα,
και απορώ πόση δύναμη ψυχής έχουν κάποιοι,
πως μπορούν απλά να γυρνάνε τη πλάτη και να συνεχίζουν,
ήμουν η ζωή σου κάποτε, θυμάσαι;
Πως μπορεί κάποιος άνθρωπος που έχει νιώσει,
έχει ζήσει, έχει μοιραστεί τόσα πολλά πράγματα,
απλά να τα προσπερνάει;
μόνο η διαδικασία της προσπάθειας να κάνω κάτι τέτοιο,
με τσαλακώνει, νιώθω κατευθείαν το σώμα μου να τρέμει,
μου κόβεται η ανάσα και χάνομαι...
Χάνομαι στις αναμνήσεις, στις στιγμές,
στα τόσα που ζήσαμε μαζί,
και ποτέ ο νους μου δε τρέχει στο κακό,
πάντα τα θετικά σου στοιχεία τριγυρνάνε στο μυαλό μου,
σαν μια ξεθωριασμένη ταινία,
ξανά και ξανά...
Δε ξέρω πως να το σταματήσω αυτό,
και δε ξέρω πως κάτι τέτοιο είναι δυνατόν πλέον να αλλάξει.
και δε ξέρω πως κάτι τέτοιο είναι δυνατόν πλέον να αλλάξει.
Πως μπορώ εγώ, σαν γνωστή μάγισσα που είμαι,
να ξυπνήσω αύριο και να χαμογελάσω χωρίς να έχω δει το πρόσωπο σου,
χωρίς να έχω ακούσει τη φωνή σου και χωρίς να έχω μυρίσει το άρωμα σου;
Είναι και αυτή η μουσική ρε παιδί μου ένας διάολος,
με κάνει πάλι να θυμάμαι,
με κάνει πάλι να θυμάμαι,
να θυμάμαι ευτυχισμένες μέρες,
που χανόμουν στην αγκαλιά σου και ακούγαμε μαζί τραγούδια,
που μισούσα κάθε στιγμή που τελείωνε το τραγούδι,
γιατί έπρεπε να σηκωθείς από το κρεβάτι να βάλεις άλλο.
Τότε ναι, η μουσική ήταν όμορφη.
Όνειρο κι αυτό,
σ'αγγίζω και σε χάνω...
Μάτια μου, γλυκά μου,
αχ πόσο σ'αγαπώ...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου